Ο κύκλος της ζωής στην αρχαία Κυδωνία

Ο θάνατος αποτελεί σε όλες τις εποχές έναν από τους σημαντικότερους και μονιμότερους προβληματισμούς του ανθρώπου. Από τον αποχαιρετισμό των αγαπημένων προσώπων και την τελετουργία της ταφής σώζονται αρκετές μαρτυρίες στην αρχαία Κυδωνία, καθώς γύρω από την πόλη έχουν βρεθεί νεκροταφεία και μεμονωμένοι τάφοι από τα μινωικά χρόνια έως τη ρωμαϊκή περίοδο.

Ανάλογα με τη χρονική περίοδο παρατηρούνται διαφορετικά ταφικά έθιμα (τύπος τάφων και πρακτικές ταφής) αποκαλύπτοντας έτσι την αλλαγή των καιρών και των αντιλήψεων. Ως γενική παρατήρηση θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τα νεκροταφεία βρίσκονταν έξω από την αρχαία πόλη, καθώς ο κόσμος των ζωντανών διαχωριζόταν από τον κόσμο των νεκρών. Κατά τη μινωική εποχή, συναντάται συχνότερα ο θαλαμοειδής τάφος, ο οποίος αποτελείτο από τον ταφικό θάλαμο, τη θύρα εισόδου και τον «δρόμο». Όλο το ταφικό αρχιτεκτόνημα καλυπτόταν από χώμα. Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο τμήμα της μινωικής νεκρόπολης της Κυδωνίας εντοπίζεται στην περιοχή των Δικαστηρίων. Το 2003 νότια του Δικαστικού Μεγάρου η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φώς μεγάλο αριθμό τάφων, 54 από τους οποίους χρονολογούνται στην περίοδο 1450-1250 π.Χ. (ΥΜΙΙ- ΥΜΙΙΙΒ). Πρόκειται για πλούσιους και σημαντικούς «τάφους πολεμιστών», μελών της μυκηναϊκής κοινότητας.

 

     

        

     

  

Στους ιστορικούς χρόνους οι θαλαμωτοί τάφοι σπανίζουν λόγω οικονομικών και κοινωνικών μεταβολών. Στην Κυδωνία δεν υπάρχουν πολλά παραδείγματα ταφών από τη γεωμετρική περίοδο. Χαρακτηριστική όμως είναι μια παιδική ταφή του 8ου αι. π.Χ. σε πίθο (εγχυτρισμός) που βρέθηκε στην ανασκαφή του Πάρκου Ειρήνης και Φιλίας. Πρόκειται για συνηθισμένη πρακτική παιδικής, κυρίως, ταφής που απαντά και σε μεταγενέστερες περιόδους της πόλης.

  

                   

Το αρχαϊκό και κλασικό νεκροταφείο εντοπίζεται στα νότια (περιοχή Κουμπέ) ενώ το ελληνιστικό και ρωμαϊκό ταυτίζεται τοπογραφικά σε μεγάλο βαθμό με το μινωικό (σημερινή συνοικία του Αγίου Ιωάννη και περιοχή των Δικαστηρίων) χωρίς όμως χωροταξική οργάνωση. Στα ιστορικά χρόνια συνηθίζεται ο κεραμοσκεπής τάφος (που καλύπτεται με κεραμίδες). Άλλο ένα χαρακτηριστικό είδος τάφου είναι ο κιβωτιόσχημος, όπου ο λάκκος ενταφιασμού επενδύεται με λίθινες πλάκες.

  

Ένας υπόγειος οικογενειακός τάφος, λαξευμένος στον φυσικό βράχο στην περιοχή του Αγ. Ιωάννη ανήκει χρονολογικά στις αρχές της ελληνιστικής περιόδου (τέλη 4ου - αρχές 3ου αι. π.Χ.). Η πρόσβαση σ’ αυτόν γινόταν από έναν κατηφορικό «δρόμο». Στο εσωτερικό του ανοίγεται διάδρομος με τέσσερις ταφικούς θαλάμους (loculi) σε κάθε πλευρά και έναν απέναντι από την είσοδο. Το μνημείο αυτό ανήκε σε πλούσια οικογένεια, καθώς μόνο εύποροι πολίτες ή κάτοικοι θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή ενός μνημειώδους τάφου. Γενικά, στην ιστορική περίοδο τα διάφορα είδη ταφών συνυπήρχαν στα νεκροταφεία σε μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι στα μινωικά χρόνια, σε σχέση πάντα και με την οικονομική δυνατότητα των ανθρώπων της κάθε εποχής.

                       

              

                 

  

             

 

Οι επιτύμβιες στήλες, όπου υπήρχαν, σηματοδοτούσαν τους τάφους. Σώζονται παραδείγματα εξαιρετικής τέχνης σε μάρμαρο με ανάγλυφες ή ζωγραφισμένες (γραπτές) παραστάσεις, που συνήθως απεικονίζουν το νεκρό σε σκηνή αποχαιρετισμού («δεξίωση») με μέλη  της οικογένειάς του που θρηνούν. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που την παράσταση συνοδεύει μικρή επιγραφή.

  

     

 

Σε όλες τις εποχές παρατηρείται η συνήθεια των ζωντανών να εναποθέτουν στον τάφο προσωπικά αντικείμενα του νεκρού μαζί με δώρα και προσφορές («κτερίσματα»), για να τα χρησιμοποιεί στη μεταθανάτια ζωή (πήλινα αγγεία, όπως κύπελλα, ληκύθια, λυχνάρια, κλπ). Οι πολεμιστές συνοδεύονταν από τα όπλα τους. Σε γυναικείες ταφές συναντάμε συχνά καθρέπτες και κοσμήματα, αρωματοδοχεία (αλάβαστρα, ληκύθια). Τέλος, ιδιαίτερα προσφιλή στους τάφους της Κυδωνίας είναι πήλινα ειδώλια που εικονίζουν γυναίκες να θρηνούν (θρηνωδοί).

           

Βιβλιογραφία

* Andreadaki-Vlazaki M., ‘The Chania Area, ca 1200-700 B.C.’, στο La transizione dal Miceneo all’alto Arcaismo, Dal palazzo alla città, Ρώμη: Consiglio nazionale delle ricerche (1991).
* Andreadaki-Vlazaki M., ‘La nécropole du Minoen recent III de la Canée’, BCH Suppl. 30 (1997), 487-509.
* Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ., Νινιού-Κινδελή Β., Αρχαίοι Τόποι και Μνημεία: Νομός Χανίων, Χανιά: εκδ. Κασιμάτη (2006).
* Ανδρεαδάκη – Βλαζάκη Μ. (επ.), Χανιά (Κυδωνία): Περιήγηση σε χώρους αρχαίας μνήμης, Χανιά: εκδ. Κασιμάτη (2009).
* Kurtz  D. C., Boardman  J., Greek Burial Customs, Λονδίνο: Thames and Hudson (1971).
* Κατάκη Ε., ‘Αρχαϊκός εγχυτρισμός από τη νεκρόπολη της αρχαίας Κυδωνίας’, στο Ubi dubium ibi libertas, τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Νικόλα Φαράκλα, Ρέθυμνο: Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης (2009).
* Morris I., Death-Ritual and Social Structure in Classical Antiquity, Cambridge University Press (1992).
* Πωλογιώργη Μ., ‘Απo το κλασικό και ελληνιστικό νεκροταφείο της Κυδωνίας’, ΑΔ 10, Μελέτες (1985), 162-77.

digital plan
espa
eu