Περιγραφή διαδρομής

Αφετηρία: Υρτακίνα

Διεύθυνση:Δήμος Καντάνου - Σελίνου, Λόφος ""Καστρί"", Τεμένια
Χρόνος Περιήγησης:60'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Η Υρτακίνα ήταν μία από τις σπουδαιότερες αρχαίες πόλεις της ορεινής ενδοχώρας του νοτιοδυτικού τμήματος της Κρήτης. Η ίδρυση της πόλης ή τουλάχιστον η αρχική εγκατάσταση εκεί, τοποθετείται στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου ωστόσο εμφανίζεται πιο δυναμική στον 4ο αιώνα π.Χ. εποχή κατά την οποία κόβει το δικό της νόμισμα με την απεικόνιση κεφαλής αιγάγρου στον εμπροσθότυπο και μέλισσας στον οπισθότυπο. Την ίδια περίοδο μετέχει στην «Ομοσπονδία ή Κοινό των Ορείων». Πρόκειται για ένα σημαντικό πολιτικοοικονομικό συνασπισμό αυτόνομων πόλεων, αποτελούμενο από τις πόλεις Υρτακίνα, ΄Ελυρο και Τάρρα και τα πολίσματα- λιμάνια Λισό, της Υρτακίνας, Συία της Ελύρου, και το Ποικιλάσιο.

Η έδρα του Κοινού ήταν στη Λισό γεγονός που πιστοποιείται από την ειδική κοπή χρυσού νομίσματος. Τα ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα, αλλά και τα μέχρι τώρα τυχαία ευρήματα, δείχνουν ότι η ζωή στην πόλη πρέπει να είχε σταματήσει κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Η οχυρωμένη ακρόπολη, εκτείνεται στην κορυφή του απόκρημνου λόφου με τη σημερινή ονομασία Καστρί, νότια του χωριού Τεμένια. Το ισχυρό τείχος, κατασκευασμένο από εργασμένους και ημίεργους ογκόλιθους, που σε ορισμένα τμήματα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, συμπληρωνόταν από τους απότομους βράχους στα αντίστοιχα σημεία, όπου μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως φυσική προστασία. Η αυστηρή φυσιογνωμία του χώρου δίνει ακόμα και σήμερα το χαρακτήρα και την αίσθηση μιας πραγματικά δωρικής πόλης. Η κύρια είσοδος της πόλης ήταν στη νότια πλευρά. Σε αυτό το πρανές του λόφου εκτείνεται το νεκροταφείο της πόλης, από το οποίο έχουν εντοπιστεί και ορισμένοι τάφοι, λαξευτοί θαλαμωτοί ή κιβωτιόσχημοι, συλημένοι στο παρελθόν. Άλλη είσοδος υπάρχει στα βόρεια ενώ μία ακόμα βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της οχύρωσης και ήταν αυτή που εξυπηρετούσε την επικοινωνία της με τη Λισό. Τμήματα του οδικού δικτύου, αλλά και μικρές αγροικίες και κατά τόπους φυλάκια, έχουν εντοπιστεί στο πεδινό τμήμα μεταξύ των δύο πόλεων.

Στην εντός των τειχών περιοχή, κοντά στην κύρια είσοδο, αλλά και σε άλλα σημεία του χώρου, διακρίνονται εύκολα ορισμένα κτήρια, χωρίς να έχουν γίνει ανασκαφές. Από την κάτοψη και την κατασκευή, φαίνεται ότι πρέπει να πρόκειται για κάποια δημόσια κτήρια, αλλά και για απλές κατοικίες. Το 1939 ο Βασίλειος Θεοφανείδης ανέσκαψε το υπαίθριο ιερό του Πανός, στο οποίο βρέθηκαν τμήματα από ενεπίγραφη στήλη, κυλινδρικός βωμίσκος, μικρότερα μαρμάρινα γλυπτά του Πανός, πήλινα ειδώλια του θεού και ειδώλια βοοειδών. Η χρονολόγηση του ιερού, με βάση τα ευρήματα μπορεί να τοποθετηθεί στην υστεροκλασική και ελληνιστική περίοδο, χωρίς όμως να μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπήρξε και πρωιμότερη φάση του, με τις συνθήκες διενέργειας της ανασκαφής.

map photo photo photo photo

Στάση 1: Έλυρος

Διεύθυνση:Δήμος Καντάνου - Σελίνου, Λόφος "" Κεφάλα"", Ροδοβάνι
Χρόνος Περιήγησης:60'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Υπήρξε η σημαντικότερη πόλη - κράτος της Νοτιοδυτικής Κρήτης κατά τους ιστορικούς χρόνους. Από τη φιλολογική παράδοση αναδεικνύεται ως πόλη δωρική, συνδεόμενη ιδιαιτέρως με την Απολλώνια λατρεία και το μεγάλο Δελφικό ιερό, με μακραίωνη διαδρομή, από το τέλος ήδη του 6ου αι. π. Χ. μέχρι και την πρώτη βυζαντινή περίοδο. Η μαρτυρία, μάλιστα, που θέλει την Έλυρο ως γενέτειρα του μεγάλου λυρικού ποιητή Θαλήτα ή Θαλή, δεν αποκλείεται να απηχεί ευημερία της πόλης ήδη πριν τα μέσα του 7ου αι. π. Χ. Η ακμή της, πάντως, με βάση τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά δεδομένα, αποδεικνύεται συνεχής από τον 4ο αι. π. Χ. μέχρι την ύστερη Αρχαιότητα. Κατά τον 3ο αι. π. Χ. συναπαρτίζει με τις γειτονικές της πόλεις Υρτακίνα και Τάρρα, καθώς και τις μικρότερες πόλεις - λιμάνια Λισό, Συία και Ποικιλάσιο, την Ομοσπονδία των Ορείων. Το 183 π. Χ. συγκαταλέγεται στις τριάντα Κρητικές πόλεις, που συνάπτουν συμμαχία με τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη ΙΙ. Ιδιαίτερη άνθηση παρουσιάζει καθ’ όλη τη ρωμαιοκρατία. Ο Παυσανίας, περιηγούμενος κατά τον 2ο αι. μ. Χ. το ιερό του Απόλλωνος στους Δελφούς, περιγράφει ανάθημα των Ελυρίων, τονίζοντας την επιβίωση της πόλης στις μέρες του. Την εξέχουσα θέση της η Έλυρος διατηρεί και κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο, μαρτυρούμενη ως έδρα επισκοπής, έως ότου καταστρέφεται από τους Σαρακηνούς. Κατά την τουρκοκρατία, ένα οχυρό ( «κουλές» ) στο στρατηγικό πλάτωμα του κεντρικού υψώματός της σφραγίζει τη μακρά ιστορική πορεία της.

Ο διαχρονικά κυρίαρχος στην περιοχή ρόλος της Ελύρου, υπογραμμιζόμενος από την κοπή δικού της νομίσματος, οφείλεται πρωτίστως στην προνομιακή γεωγραφική της θέση. Με κέντρο ανάπτυξης ένα δίδυμο λόφο - παραφυάδα των συμπαγών όγκων των Λευκών Ορέων, είχε ως επίκεντρο εγκατάστασης το νοτιοανατολικότερο ύψωμα «Κεφάλα» ή «Έλυρος», που φράσσει και ατενίζει ταυτόχρονα το μόνο άνοιγμα του ορίζοντα προς τις νότιες θάλασσες. Στο πλάτωμά του και στις νότιες υπήνεμες πλαγιές του διαρθρώνονταν αμφιθεατρικά οι κύριες κτηριακές της εγκαταστάσεις, απέναντι στο Λιβυκό. Η κομβική και στρατηγική θέση, με την πανοραμική θέα, εγγυόταν σφαιρική επικοινωνία και έλεγχο τόσο των γύρω χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων όσο και του επινείου της στην ακτή του Λιβυκού, της Συίας. Ο ευχάριστος, υγιεινός και ευφορότατος τόπος, με ένα μεγάλο ποταμό, άφθονο νερό και μία κοιλάδα στα Ανατολικά, προσπόριζε αυτάρκεια, πλούτο και ποιότητα ζωής στους κατοίκους της.

Το λιμάνι της Συίας ως κύριο και το κοντινό λιμάνι της Λισού (θρησκευτικού κέντρου των Ορείων και επινείου της γειτονικής Υρτακίνας) ως εφεδρικό, εκτός από βάσεις ισχύος και επιρροής, παρείχαν ποικίλες διεξόδους και θεμελίωναν ένα ανθηρό εμπόριο, με ευρύ φάσμα συναλλαγών. Παρά ταύτα, τα εδαφικά και κλιματολογικά πλεονεκτήματα στέριωσαν μία οικονομία κατά βάση αγροτική, με έμφαση μάλλον στην κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία, όπως πιθανόν αποτυπώνεται στα κύρια εμβλήματα του νομίσματός της: κεφαλή αιγάγρου με αιχμή βέλους στον εμπροσθότυπο και μέλισσα στον οπισθότυπο. Η περιφέρεια της Ελύρου, όπως προκύπτει από τη διασπορά των νεκροταφείων της, υπήρξε ευρύτατη: από το Επανωχώρι μέχρι τη Σούγια, από το λόφο της Υρτακίνας μέχρι τον ορεινό όγκο των Σφακίων. Στη δική της περιφέρεια φαίνεται πως υπαγόταν και το αφιερωμένο στον Ποσειδώνα υπαίθριο αγροτικό ιερό στη θέση «Τσισκιανά».

Ο χώρος, ο οποίος καταλαμβάνεται από ιδιόκτητα αγροκτήματα - κυρίως ελαιώνες - και έχει υποστεί τις καταστροφικές επιπτώσεις των χρήσεων των νεωτέρων χρόνων (ιδίως του προσπορισμού παλιότερα οικοδομικού υλικού και της συνεχούς επί αιώνες καλλιέργειας έως τις μέρες μας), δεν έχει ανασκαφεί συστηματικά. Έτσι, σήμερα στην επιφάνεια διακρίνονται λίγα μόνο διάσπαρτα ερείπια των κλασικών - ελληνιστικών χρόνων, στα οποία συγκαταλέγονται κατάλοιπα της αρχαίας οχύρωσης, ενώ κυριαρχούν τα ερείπια εκτεταμένων έργων υποδομής και δημοσίων οικοδομημάτων της ρωμαιοκρατίας και της ύστερης Αρχαιότητας, μεταξύ των οποίων μέρος του υδραγωγείου, συγκροτήματα με δεξαμενές, ένα μεγάλο Θεατρικό οικοδόμημα, μέρος ανεσκαμμένης παλαιοχριστιανικής βασιλικής και το οχυρό της Τουρκοκρατίας. Σε αυτά προστίθενται αραιά λείψανα των πέριξ νεκροταφείων [ταφικά μνημεία, μεμονωμένα ή κατά συστάδες ή απλοί διάσπαρτοι τάφοι]. Τα πολυπληθή και ποικίλα κινητά ευρήματα [επιγραφές, νομίσματα, γλυπτά, κεραμικά και γυάλινα σκεύη, κοσμήματα κ. ά.], ορισμένα από τα οποία κοσμούν σήμερα την Έκθεση του Μουσείου Χανίων, προέρχονται κυρίως από παλιές κατασχέσεις ή παραδόσεις, και λιγότερο από μεμονωμένους τάφους, των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων, που έχουν τυχαία εντοπισθεί και ανασκαφεί από την ΚΕ’ Εφορεία κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

map photo photo photo photo photo photo

Στάση 2: Συία

Διεύθυνση:Δήμος Καντάνου - Σελίνου, Σούγια
Χρόνος Περιήγησης:60'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Η αρχαία Συία βρίσκεται στη νότια ακτή της Δυτικής Κρήτης, στραμμένη προς το Λυβικό πέλαγος, ανάμεσα στη Λισό, δυτικά της και την Ποικιλασσό ανατολικά της. Αξιόλογα ερείπια της, κυρίως των ρωμαϊκών χρόνων σώζονται στη θέση που καταλάμβανε στην πλαγιά, ανατολικά της όχθης του Σουγιανού ή Καμαριανού ποταμού, ο οποίος τη χωρίζει από τη θέση του σημερινού χωριού Σούγια. Στην παλαιοχριστιανική περίοδο κτίστηκαν αρκετές παλαιοχριστιανικές βασιλικές με ψηφιδωτά δάπεδα, τόσο στη μια όσο και στην άλλη θέση.

Η πόλη αναφέρεται από συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας, όπως ο ανώνυμος του Σταδιασμού ο οποίος την τοποθετεί 6 στάδια δυτικά της Ποικιλασσού, ενώ ο Στέφανος ο Βυζάντιος την προσδιορίζει ως επίνειο της Ελύρου. Λόγω της τεκτονικής ανύψωσης του εδάφους που άρχισε ή συντελέστηκε τον 4ο αι. μ.Χ. εξαιτίας ισχυρότατου σεισμού, που στη Σούγια μετράται στα 6μ., ερείπια των λιμενικών εγκαταστάσεων της θα περιμέναμε να βρεθούν στην ξηρά, όπως συνέβη στα Φαλάσαρνα και τη Λισό. Ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί τέτοια λείψανα. Από τους περιηγητές του 19ου αι. μόνο ο Captain Spratt αναφέρει ότι διέκρινε τον αρχαίο μόλο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη γκραβούρα του, κατά τα νεότερα χρόνια, στην αντίστοιχη θέση βρέθηκαν μόνο οικοδομικά στοιχεία παλαιοχριστιανικού συγκροτήματος και το εντυπωσιακό δάπεδο μιας βασιλικής.

Η θέση του λιμανιού πρέπει να ήταν στο απάνεμο ανατολικό μυχό του όρμου, πολύ κοντά στα σημερινά ερείπια της αρχαίας πόλης. Στα σημαντικότερα ορατά μνημεία της Συίας, ξεχωρίζει το κτιστό υδραγωγείο που μετέφερε το νερό από πηγή κοντά στην Έλυρο στην αρχαία πόλη, διάσπαρτες υπέργειες δεξαμενές, οι θέρμες σε υπολογιζόμενη έκταση 3000 τ.μ. (θέση Θόλοι), λαξευτά σπίτια και υπέργειοι καμαροσκεπαστοί τάφοι του τύπου που συναντά κανείς στη ρωμαϊκή νεκρόπολη της γειτονικής Λισού. Στα κινητά ευρήματα που έχουν περισυλλεγεί στο χώρο και φυλάσσονται στο Μουσείο Χανίων συγκαταλέγονται τμήματα κιόνων, κιονόκρανα, μαρμάρινα τραπεζοφόρα, ενεπίγραφες επιτύμβιες στήλες κλπ.

Πιθανή πηγή υδροληψίας του υδραγωγείου φαίνεται να ήταν η πηγή του Αγίου Παύλου, βόρεια της αρχαίας Ελύρου. Η πηγή αυτή χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για την υδροδότηση του οικισμού Λιβαδά. Σύμφωνα με υποθέσεις το συνολικό μήκος του υδαταγωγού θα πρέπει να ήταν περίπου 8 χλμ. Ολόκληρο το μέχρι σήμερα γνωστό τμήμα του υδραγωγείου είναι κατασκευασμένο ως συμβατικό κανάλι φυσικής ροής πάνω σε τοίχο. Το σύνολο του αγωγού ήταν σε τοίχο και δεν χρησιμοποιήθηκαν σωλήνες. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί 4 θέσεις, όπου απαιτήθηκε η κατασκευή τόξων για τη διέλευση του αγωγού.

map

01 0204 04

Στάση 3: Λισός

Διεύθυνση:Δήμος Καντάνου - Σελίνου, Λισός
Χρόνος Περιήγησης:60'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση ακτοπλοϊκά ή με μονοπάτι Ε4
Link: Μεταβείτε στο link

Η Λισός υπήρξε αυτόνομη αρχαία κρητική πόλη με συγκρότηση τουλάχιστον από τους κλασικούς χρόνους, αλλά και με διαπιστωμένα επιφανειακά ίχνη κατοίκησης (κεραμικά) από τη μινωική εποχή. Η πόλη ήταν θρησκευτικό κέντρο κατά την αρχαιότητα και γι’ αυτό δεν διαθέτει οχύρωση, την οποία προφανώς δεν είχε ανάγκη. Στη Λισό βρέθηκε η συνθήκη του Κοινού των Ορείων με το Μάγα, ηγεμόνα της Κυρήνης, που μας δίνει πολύτιμα ιστορικά στοιχεία για τις σχέσεις των πόλεων αυτών με τα ελληνιστικά κέντρα της Βόρειας Αφρικής. Στην ίδια επιγραφή αναφέρεται και η ύπαρξη ναού, αφιερωμένου στη λατρεία της κύριας θεότητας της πόλης, της Δίκτυννας. Ο ναός δεν έχει εντοπιστεί ανασκαφικά.

Φημισμένο ήταν το Ασκληπιείο της που εξαιτίας της ιαματικής του πηγής είχε πανελλήνια εμβέλεια. Ο ναός του Ασκληπιού ήρθε στο φως με τις ανασκαφές του Νικ. Πλάτωνα από το 1957 έως το 1960. Τεράστιοι βράχοι που είχαν κυλήσει από ψηλότερα εξαιτίας προφανώς ισχυρού σεισμού, τον είχαν καταπλακώσει. Το μικρό οικοδόμημα δωρικού ρυθμού είχε μετατραπεί σε ερείπια με σφραγισμένο όμως το πολύτιμο περιεχόμενό του: μια θαυμάσια συλλογή ελληνιστικών γλυπτών- αναθημάτων/αφιερωμάτων των προσκυνητών με τα ονόματά τους στα βάθρα. Επίσης βρέθηκε και το άγαλμα του ίδιου του Ασκληπιού.

Ο ναός, προσαρμοσμένος στο βραχώδες τοπίο με την είσοδο από τ’ ανατολικά και με πτερό μόνο στη νότια πλευρά χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ. Η κατασκευή του ήταν από μεγάλους πελεκητούς λίθους. Στην ανωδομή του υπήρχαν τρίγλυφα και ακόσμητες μετόπες και τα αετώματα ήταν διακοσμημένα με ανάγλυφες ασπίδες. Στην είσοδό του εντυπωσιάζουν οι εντοιχισμένες ελληνιστικές προξενικές επιγραφές. Στο ναό οδηγεί μνημειακή κλίμακα, στα δεξιά της οποίας ήταν η κρήνη της ιαματικής πηγής που αναβλύζει δίπλα σε αυτόν. Το ιερό ήταν σε ακμή μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο όπως φαίνεται και από την ανεύρεση μεταξύ των πεσμένων ενεπίγραφων λίθων, μιας επιγραφής αφιερωμένης στον αυτοκράτορα Τιβέριο. Την ίδια εποχή προστέθηκε και το ψηφιδωτό δάπεδο. Στην παλαιοχριστιανική περίοδο έγινε μάλλον προσπάθεια εξαγνισμού του ναού, για αυτό υπάρχουν χαραγμένοι σταυροί στις τοιχοποιίες.

Η νεκρόπολη βρισκόταν πάνω από την αντίπερα όχθη, στη δυτική πλαγιά. Οι ορατοί σήμερα υπέργειοι καμαροσκέπαστοι τάφοι, σε κάποιες περιπτώσεις διώροφοι ανήκουν στη ρωμαϊκή περίοδο. Έχουν αριθμηθεί 118. Ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες ήδη από τα κλασικά χρόνια όμως όπως και κομμάτια από μαρμάρινες σαρκοφάγους έχουν εντοπιστεί εντοιχισμένες στη γύρω περιοχή. Το τέλος της πόλης προσδιορίζεται γύρω στον 7ο ή 9ο αιώνα μ.Χ. οπότε φαίνεται ότι καταστράφηκε οριστικά χωρίς να ξανακατοικηθεί πλέον. Ο χαρακτήρας της όμως ως θρησκευτικού κέντρου επιβίωσε στα βυζαντινά χρόνια (Παναγία, Αη Κυρκός) και ως τις μέρες μας (πανηγύρι του Αη Κυρκού).

map photo photo photo photo

Τερματισμός: Τάρρα

Διεύθυνση:Δήμος Σφακίων, Αγία Ρούμελη, Τ.Κ. 73011
Χρόνος Περιήγησης:60'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση ακτοπλοϊκά
Link: Μεταβείτε στο link

Η αρχαία Τάρρα εντοπίζεται στην έξοδο του Δρυμού της Σαμαριάς προς το Λιβυκό πέλαγος, ανατολικά και δυτικά της εκβολής του ανώνυμου ποταμού που τον διασχίζει, κοντά στη σημερινή Αγία Ρουμέλη. Ο «Σταδιασμός της μεγάλης Θαλάσσης» την τοποθετεί ανάμεσα στις πόλεις, Ποικιλάσιο και Φοίνικα. Η Τάρρα συνδέεται μυθολογικά με τον Απόλλωνα και την Άρτεμη καθώς σε αυτήν κατέφυγαν για εξαγνισμό μετά τον φόνο του Πύθωνα στους Δελφούς. Η πόλη προβάλλεται επίσης ως θρησκευτικό κέντρο των Δωριέων με κύρια λατρεία του Απόλλωνα Ταρραίου. Ως η μεγαλύτερη πόλη της περιοχής ήλεγχε πιθανότατα οικονομικά και θεσμικά όλους τους μικρούς οικισμούς που είχαν αναπτυχθεί εντός του Δρυμού της Σαμαριάς.

Κατά την ελληνιστική περίοδο έκοψε δικό της νόμισμα που στη μια πλευρά φέρει τη μέλισσα και στην άλλη την κεφαλή του κρητικού αιγάγρου. Τον 3ο αιώνα π.Χ συμμετείχε με την Υρτακίνα, τη Λισό, την ΄Ελυρο, τη Συία και την Ποικιλασό στο «Κοινό των Ορείων», σημαντικό πολιτικοοικονομικό συνασπισμό αυτόνομων κρητικών πόλεων η ίδρυση του οποίου επισφραγίστηκε με την κοπή κοινού νομίσματος. Το όνομα της Τάρρας περιλαμβάνεται επίσης στη συνθήκη που σύναψαν το 183 π.Χ. κρητικές πόλεις με το βασιλιά Ευμένη Β’ της Περγάμου.

Στην πρώτη έρευνα το 1959, στα ανατολικά του ποταμού, αποκαλύφθηκαν τάφοι κυρίως της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου, οι οποίοι περιείχαν πήλινα αγγεία και ασημένια κοσμήματα. Ερευνήθηκαν επίσης ένας οικιστικός πυρήνας της αρχαίας πόλης και οχυρωματικά έργα, χωρίς να εκπληρωθεί ο κύριος στόχος της έρευνας που ήταν ο εντοπισμός αρχαίου εργαστηρίου κατασκευής γυάλινων αγγείων.

Στη δεύτερη ανασκαφική έρευνα, το 1970, στη θέση «Γιαλός», δυτικά του ποταμού, εκεί όπου τελικά ανοικοδομήθηκε ο σύγχρονος οικισμός Αγία Ρουμέλη αποκαλύφθηκαν ταφικοί πίθοι του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. και τάφοι της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός πήλινων ευρημάτων αγγείων και ειδωλίων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι κρητικές πυξίδες του 6ου αιώνα π.Χ. και τα εξάλειπτρα της ελληνιστικής περιόδου.

Ενδιαφέροντα στοιχεία προέκυψαν για τα ταφικά έθιμα της πόλης καθώς κοντά στους τάφους υπήρχαν καμένα αγγεία και υπολείμματα καρπών, συνήθεια που συνδέεται με τελετουργίες προς τιμήν των νεκρών (μνημόσυνα). Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας τελετής είχαν σπάσει την εντυπωσιακή τριφυλλόστομη οινοχόη που βρέθηκε μέσα σε παχύ στρώμα στάχτης. Σε άλλη πυρά εντοπίστηκε το εξάλειπτρο και η καμένη πυξίδα με το πώμα της. Τα ευρήματα αυτών των τάφων πιστοποίησαν την οργανωμένη κατοίκηση στην περιοχή από τα τέλη του 8ου ή τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Η μελέτη τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η Τάρρα κατά την αρχαϊκή εποχή είχε εμπορικές επαφές με περιοχές της νοτιοκεντρικής Κρήτης, με το ανατολικό Αιγαίο, τη Ρόδο, την Κόρινθο και την Αττική. Σημαντικές ήταν οι σχέσεις ήδη από τον πρώιμο 6ο αιώνα π.Χ., και με πόλεις της Βόρειας Αφρικής, όπως η Ταύχειρα της Κυρηναϊκής (σημερινή Τόκρα της Λιβύης) και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Στο δίκτυο των θαλάσσιων δρόμων που ακολουθούσαν τα εμπορικά φορτία από και προς τη Βόρεια Αφρική λειτουργούσε ως ενδιάμεσος σταθμός. Η Τάρρα πιθανότατα διέθετε και κάποιου είδους λιμενικές εγκαταστάσεις που σήμερα δεν σώζονται. Θα καταστράφηκαν από τους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν την ανατολική Μεσόγειο κατά την όψιμη αρχαιότητα, ιδιαίτερα από αυτόν του 365 μ.Χ. Τότε ανυψώθηκε σχεδόν ολόκληρη η δυτική Κρήτη από 3,5 μέχρι 8μ. κατά τόπους. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες η ανύψωση για την Αγία Ρουμέλη υπολογίζεται ότι έφθασε τα 6μ. περίπου. Μεταξύ 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. προσδιορίζεται η εποχή κατά την οποία η πόλη σταδιακά εγκαταλείπεται πιθανότατα καθώς άλλαξαν πορεία οι εμπορικοί δρόμοι που ενίσχυαν από αιώνες την οικονομία της.

map photo photo photo photo photo photo
digital plan
espa
eu