Περιγραφή διαδρομής

Αφετηρία: Aρχαιολογικός χώρος Κίσαμου

Διεύθυνση:Επαρχία Κισάμου
Χρόνος Περιήγησης:120'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Το 27 π.Χ. η Κρήτη ενώθηκε με την Κυρηναϊκή σε μια επαρχία μέχρι τα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. Κατά τη περίοδο αυτή η αρχαία Κίσαμος, μικρή πολίχνη στους ελληνιστικούς χρόνους και λιμάνι της Πολυρρήνιας, επεκτείνεται, ισχυροποιείται και οργανώνεται σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα, οπότε και αποκτά περιορισμένη αυτονομία. Η νέα ανοικοδόμηση αρχίζει από τον 1ο αι. μ.Χ. και η πόλη εξαπλώνεται σταδιακά στην έκτασή της σύγχρονης περίπου κωμόπολης. Παρά τις αναπόφευκτες ρωμαϊκές επιδράσεις, διατήρησε την πολιτιστική της παράδοση. Η θέση της, η pax romana, και οι δυνατότητες ανάπτυξης του εμπορίου που της εξασφάλιζε το λιμάνι της, την κατέστησαν μια ανθηρή επαρχιακή πόλη.

Μετά την καταστροφή της Φαλάσαρνας από τους Ρωμαίους, κομβικός εμπορικός σταθμός στη ΒΔ ακτή του νησιού, έγινε το λιμάνι της Κισάμου. Η θέση του εντοπίστηκε ήδη από τους περιηγητές του περασμένου αιώνα στη θέση Μαύρος Μόλος. Σήμερα στην ανυψωμένη ξηρά και σε απόσταση λίγων μέτρων από τη θάλασσα, διακρίνεται ένας επιμήκης ισχυρός τοίχος με ασβεστοκονίαμα, κατά το σύστημα opus cimenticium. Το λιμάνι δεν έχει ερευνηθεί αλλά φαίνεται ότι στα ρωμαϊκά χρόνια βρισκόταν στην ίδια περίπου θέση με αυτό των ελληνιστικών χρόνων, από τη μια προβλήτα του οποίου σώζονται λίγοι ογκόλιθοι. Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού της πόλης ήταν το οδικό και αποχετευτικό δίκτυο, με τη χάραξη του κατά μήκος (decumanus maximus Α-Δ) και του κάθετου ( cardo maximus Β-Ν). Στα δημόσια κτίρια που έχουν έρθει μέχρι σήμερα στο φως, ανήκουν τα 3-4 συγκροτήματα λουτρών (θέρμες), σε διαφορετικά σημεία της πόλης, από τα οποία έχουν εν μέρει ανασκαφτεί μόνο οι ανατολικές θέρμες.

Όπως αναφέρει ο Onorio Belli, γιατρός του ενετού Γενικού Προβλεπτή Κρήτης που ήρθε στο νησί στα τέλη του 16ου αι., στην Κίσαμο υπήρχε θέατρο και αμφιθέατρο. Με βάση ορισμένες ενδείξεις η θέση του θεάτρου πιθανολογείται στα δυτικά του σημερινού κτιρίου του ΟΤΕ και στην αρχή του δρόμου προς Πολυρρήνια. Η θέση των ιερών πρέπει να ήταν στην περιοχή του μεσαιωνικού κάστρου, κατά την ελληνιστική εποχή και πιθανότητα διατηρήθηκε και με τη νέα τάξη πραγμάτων. Κανένας ναός πάντως δεν έχει έρθει ακόμη στο φως, ωστόσο υπάρχουν πολλά στοιχεία για οικιακή λατρεία.

Την ανάπτυξη της Κισάμου μέσα σε ένα σχεδιασμένο πολεοδομικό ιστό ακολουθεί η σχεδιασμένη επίσης ανοικοδόμηση κατοικιών. Από μια σειρά ανασκαφών, είναι δυνατόν να σχηματισθεί μια εικόνα για τον τύπο της αστικής κατοικίας της κυρίαρχης τάξης που διαμορφώθηκε στην Κίσαμο κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Πρόκειται για πολυτελείς αστικές επαύλεις, που πολλές φορές καταλάμβαναν ολόκληρη οικοδομική νησίδα και πιστοποιούν την ακμή της πόλης. Βέβαια απλούστερες κατοικίες για τις ασθενέστερες τάξεις διαπιστώνονται στις ανασκαφές, αλλά δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμη ένας ολοκληρωμένος τύπος. Για τον προσανατολισμό των σπιτιών οι αρχιτέκτονες της εποχής λάμβαναν υπόψη την ύπαρξη της θάλασσας και τη θαλασσινή αύρα από το βορρά. Το κυρίαρχο στοιχείο της κατοικίας είναι η αυλή και το περιστύλιο της ελληνιστικής οικίας, το οποίο υιοθετήθηκε από τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική και συνδυάστηκε με το λατινικό αίθριο. Τα υλικά δομής είναι τα ίδια που απαντούν στις πρακτικές της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Οι επαύλεις διακοσμούνται με γλυπτά, τοιχογραφίες και εντυπωσιακά ψηφιδωτά και μαρμαρόστρωτα δάπεδα. Οι πιο απλές κατοικίες δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο διάκοσμο, εκτός από τοιχογραφίες.

Τη νύχτα της 21ης Ιουλίου του 365 μ.Χ. ένας τρομακτικός σεισμός 8,5 R κατέστρεψε την Κίσαμο μαζί με πολλές άλλες πόλεις της Κρήτης και της ανατολικής Μεσογείου, ακολουθούμενος από τσουνάμι που έπληξε την περιοχή του δέλτα του Νείλου. Αποτέλεσμα του θεωρείται και η ανύψωση της δυτικής Κρήτης. Ο σεισμός αυτός σηματοδοτεί την παρακμή της πόλης και το τέλος του αρχαίου παγανιστικού κόσμου για την περιοχή. Τα στρώματα καταστροφής έχουν αποκαλύψει μέχρι στιγμής έκτός από νομίσματα και κεραμική που συνάδουν στην χρονολόγηση, τέσσερις καταπλακωμένους ανθρώπινους σκελετούς και έντονα ίχνη φωτιάς πάνω στα ψηφιδωτά δάπεδα, που προκλήθηκε προφανώς από λυχνάρια που έπεσαν. Υπαίθριοι φούρνοι και μαγειρικές εστίες που έχουν αποκαλυφθεί αποτέλεσαν στη συνέχεια τα πρώτα προσωρινά μέτρα επιβίωσης πάνω στα ερείπια της καταστροφής. Μετά το σεισμό η πόλη παρουσιάζει εικόνα παρακμής και συρρίκνωσης, ενώ στο θρησκευτικό προσκήνιο κυριαρχεί πλέον η χριστιανική θρησκεία.

Η νεκρόπολη εντοπίστηκε αρχικά στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της πόλης, προς την παραλία. Αποτελείται από συστάδες νεκροταφείων και η διαμόρφωση του εδάφους δείχνει ότι πρέπει να υπήρχε ένας χαμηλός αναβαθμός που διαφοροποιούσε το νεκροταφείο από την πόλη. Έχουν βρεθεί διάφοροι τύποι τάφων, κτιστοί θολοσκεπείς του ρωμαϊκού τύπου που συναντά κανείς στην Isola Sacra της Ρώμης, κεραμοσκεπείς, κιβωτιόσχημοι, θαλαμοειδείς, και ένας πιθανόν Καρχηδονιακού τύπου. Πρόσφατες ανασκαφές στην ανατολική είσοδο της πόλης, έφεραν στο φως κτιστά ταφικά μνημεία με υπόγειους θαλάμους, της τελευταίας φάσης της ελληνορωμαϊκής πόλης. Οι ταφές χρονολογούνται κυρίως από τον 1ο αι. μ.Χ. ως και τον 4ο αι. μ.Χ. Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, τμήματα της νεκρόπολης εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, αλλά υπάρχει και μια επέκταση της πάνω σε ρωμαϊκά ερείπια. Ως επιβίωση των αρχαίων ταφικών εθίμων, οι παλαιοχριστιανικοί τάφοι έχουν κτερίσματα, κυρίως πήλινα αλλά και γυάλινα αγγεία. Το νέο Μουσείο Κισάμου που άνοιξε τις πύλες του στο κοινό το καλοκαίρι του 2006, παρουσιάζει στην έκθεση του ορόφου όλες τις παραπάνω πτυχές της αρχαίας πόλης.

map photo photo photo photo photo photo

Τερματισμός: Aρχαιολογικός χώρος Πολυρρήνιας

Διεύθυνση:Επαρχία Κισάμου, Πάνω Παλιόκαστρο, Πολυρρήνια
Χρόνος Περιήγησης:120'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Η αρχαία Πολυρρήνια υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές ελληνιστικές πόλεις της Κρήτης. Κατέχει στρατηγική θέση στις πλαγιές ενός φυσικού οχυρού. Στα ελληνιστικά χρόνια ήταν ισχυρή δύναμη και αντίπαλος της γειτονικής ναυτικής Φαλάσαρνας. Έκοψε νομίσματα από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι και τη Ρωμαιοκρατία, περίοδο που γνώρισε ακμή γιατί διέφυγε τη λεηλασία των Ρωμαίων αφού δεν πολέμησε εναντίον τους, μαζί με τις υπόλοιπες πόλεις της Κρήτης.

Η αρχαία πόλη περιβαλλόταν από τείχη, σημαντικό μέρος των οποίων σήμερα σώζεται, ενώ στην ακρόπολη υπάρχει και βυζαντινό οχυρό. Τα τείχη ενισχύονταν από οχυρωματικούς πύργους. Στο ανατολικό τμήμα της οχύρωσης σώζεται μία αψιδωτή πύλη στη θέση «Πόρος της Περιστεράς», η οποία αποτελούσε μία από τις δευτερεύουσες εισόδους στην πόλη. Η πόλη είχε αναπτυχτεί σε κλιμακωτά πρανή κατηφορίζοντας προς τη θέση του σημερινού ομώνυμου χωριού.

Χαρακτηριστικό της πόλης είναι οι λαξευτές οικίες με κτιστές προσόψεις. Σήμερα σώζονται μόνο τα λαξευτά τμήματα τους σε όλη την περιοχή εντός των τειχών. Ανεβαίνοντας στην ακρόπολη συναντάμε την εκκλησία των 99 Αγίων Πατέρων - τέλη 19ου αι. μ. Χ.. Ιδιαιτερότητα του ναού αποτελεί η δόμηση του από αρχαίους λίθους και επιγραφές που χρονολογούνται από τον 3ο αι μέχρι και τον 1ο π.Χ.. Το 1938 ο Βασ. Θεοφανείδης, έφερε στο φως αρχαιολογικά κατάλοιπα μνημειώδους βωμού ή ελληνιστικού ναού του 4ου αι. π.Χ., πιθανόν αφιερωμένου στη θεά Άρτεμη. Μέσα στην ακρόπολη διακρίνονται τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Λείψανα ιερών έχουν διαπιστωθεί και έξω από τα τείχη.

Η νεκρόπολη βρίσκεται επίσης εκτός των τειχών, βόρεια του οικισμού. Περιλαμβάνει συστάδες λαξευτών τάφων με θαλάμους, γνωστού τύπου, που υποδεικνύει σχέσεις με την Πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια. Η τροφοδοσία των κατοίκων σε νερό εξασφαλιζόταν από λαξευτές υπόγειες δεξαμενές (στέρνες), που βρίσκονται διάσπαρτες στον αρχαιολογικό χώρο. Στους ρωμαϊκούς χρόνους στην ακρόπολη κτίστηκαν δεξαμενές οι οποίες σώζονται σε αρκετό ύψος. Την κύρια πηγή ύδρευσης της πόλης και σημαντικό δημόσιο έργο αποτελεί το λαξευτό υδραγωγείο στην είσοδο της πόλης. Εκεί καταλήγει ένα εκ των σκελών του, στην όψη κάθετου πρανούς και δίπλα στον ημικυκλικό Πύργο Α. Ο οχυρωματικός Πύργος Α, σχετίζεται με το υδραγωγείο καθώς εκτός από τη φύλαξη του πολύτιμου νερού, συνδέεται με αυτό, μέσω αγωγού που διαθέτει στο κατώτερο τμήμα του. Πρόκειται για σύμπλεγμα υδραυλικού και οχυρωματικού έργου, στο οποίο κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους, πιθανότατα στην περίοδο του Αδριανού (117-138 μ.Χ) έγινε σειρά επισκευών.

Το υδραγωγείο, αποτελείται από υδρομαστευτικές σήραγγες που συνέλεγαν και μετέφεραν το νερό στην πόλη. Μέσα στο σημερινό χωριό είναι ορατά τμήματα των υπόγειων στοών που διακλαδώνονται. Στην είσοδο του υδραγωγείου υπήρχε σύστημα υπερχείλισης, μέσω μηχανισμού αφαιρούμενου φράγματος που οδηγούσε το νερό στη λαξευτή υπόσκαφη δεξαμενή, η οποία συνδεόταν με δεύτερη εξωτερική δεξαμενή μέσω πήλινου ανοιχτού αγωγού. Το νερό κατέληγε σε δημόσιες κρήνες, όπως υποδηλώνεται από δύο λίθινες γούρνες εκατέρωθεν της σήραγγας. Το αρχαίο σύστημα ύδρευσης λειτουργεί ακόμη και σήμερα. Στο φρύδι του πρανούς ανατολικά του Πύργου Α είναι ορατά κατάλοιπα του τείχους. Στη ΝΑ γωνία του πύργου εφάπτεται το τείχος που κατευθύνεται προς Α. Στο σημείο αυτό θεωρείται ότι βρισκόταν η είσοδος στην αρχαία πόλη και η πρόσβαση στον πύργο.

map photo photo photo photo
digital plan
espa
eu