Περιγραφή διαδρομής

Αφετηρία: Aρχαιολογικός χώρος Απτέρας

Διεύθυνση:Σούδα, Απτέρα
Χρόνος Περιήγησης:90'
Κόστος Περιήγησης:Είσοδος με εισιτήριο (ολόκληρο: 3 ευρώ, μειωμένο: 2 ευρώ)
Ώρες Λειτουργίας:08:30-15:00. Ο χώρος παραμένει κλειστός κάθε Δευτέρα
Link: Μεταβείτε στο link

Η αρχαιότερη αναφορά της Απτέρας, συναντάται στις πινακίδες της γραμμικής Β γραφής της Κνωσού ως A-pa-ta-wa (14ος – 13ος αιώνας π.Χ.). Αργότερα εμφανίζεται η δωρική γραφή Απτάρα, σύμφωνα με τη διάλεκτο που επικρατούσε στην Κρήτη και αυτή απαντάται και στα νομίσματα. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους η γραφή Απτέρα συναντάται κυρίως εκτός Κρήτης, αλλά και στις επιγραφές, παράλληλα με τη δωρική.

Η αρχαία Απτέρα ιδρύθηκε στο χαμηλό ύψωμα Παλιόκαστρο (υψομ.200μ.), σε ένα τόπο που παραμένει μοναδικός για τη φυσική του ομορφιά, με τον πανέμορφο κόλπο της Σούδας στα βόρεια και την επιβλητική οροσειρά των Λευκών Ορέων στα νότια. Η στρατηγική θέση της πόλης με τα δύο λιμάνια της, τη Μινώα (σημερινό Μαράθι) και την Κίσαμο (κοντά στις σημερινές Καλύβες) στην είσοδο του φυσικού κόλπου, που εξασφάλιζε τη δυνατότητα του ελέγχου στη διακίνηση του εμπορίου, ευνόησε την ανάπτυξή της. Για το λόγο αυτό χαρακτηρίστηκε η πιο εμπορική πόλη της Κρήτης και στις περιόδους ακμής της, μία από τις πιο ισχυρές. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ανασκαφών, η ίδρυση της Απτέρας στο συγκεκριμένο λόφο τοποθετείται στη γεωμετρική περίοδο (8ος αι. π.Χ.). Ως μία από τις σημαντικές πόλεις της Κρήτης έπαιξε συχνά καθοριστικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα του νησιού, αλλά και ανέπτυξε τη δική της εξωτερική πολιτική. Οι πληροφορίες μας αντλούνται κυρίως από τις επιγραφές και από τις σχετικά λίγες φιλολογικές μαρτυρίες, αλλά και από τα συνεχώς αυξανόμενα ευρήματα των ανασκαφών.

Τον 4ο αιώνα π.Χ. άρχισε η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής της, όπως και όλων των άλλων πόλεων της Κρήτης. Οι Απτεραίοι, δεινοί τοξότες, είτε επιδίδονταν σε πειρατικές επιδρομές στο Αιγαίο είτε πολεμούσαν ως μισθοφόροι σε διάφορες περιοχές εκτός Κρήτης, φέρνοντας πλούτο στον τόπο τους. Η εισαγωγή από τους επαναπατριζόμενους μισθοφόρους της πολύτιμης πρώτης ύλης, έδινε στην πόλη τη δυνατότητα να κόψει τα δικά της νομίσματα και να αναπτύξει έτσι περισσότερο τη δική της ανεξάρτητη και δυναμική οικονομία. Την έντονη δραστηριότητα της Απτέρας στην εξωτερική πολιτική αυτή την περίοδο μαρτυρούν οι επιγραφές που αφορούν συμμαχίες, παροχή ασυλίας σε πόλεις, τίμηση πολιτών άλλων κρατών και ορισμό προξένων.

H Απτέρα, όπως αποκαλύπτουν σταδιακά τα ανασκαφικά ευρήματα, διήνυσε μια νέα περίοδο ακμής τον 1ο - 2ο αι. μ.Χ. παρότι η χρήση των νομισμάτων της Κυδωνίας, αντί των δικών της κοπών, δηλώνει ότι ήταν διοικητικά υποταγμένη σε αυτήν. Αντίθετα, τον 3ο αιώνα κατά τον οποίο άλλες πόλεις, όπως η Κυδωνία ή η Κίσαμος, βρίσκονται σε ακμή, η Απτέρα παρουσιάζει μια σταδιακή παρακμή, η οποία έρχεται οριστικά με τον καταστροφικό σεισμό του 365 μ.Χ., ο οποίος έπληξε ολόκληρο το νησί. Από τους περιηγητές αναφέρεται η ύπαρξη ψηφιδωτού δαπέδου κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Πρέπει να πρόκειται για Παλαιοχριστιανική Βασιλική. Η κατοίκηση της πόλης, συρρικνωμένη πληθυσμιακά πλέον μετά το σεισμό, συνεχίζεται και στα Βυζαντινά χρόνια, οπότε αναφέρονται επίσκοποι από κει. Ο επόμενος, εξίσου ισχυρός σεισμός, του 7ου αι. μ.Χ. σήμανε την οριστική εγκατάλειψή της ως πόλης.

Η μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου ανήκε στην ιδιοκτησία της αντίστοιχης Μονής της Πάτμου μέχρι το 1962. Η παλιότερη αναφορά που διαθέτουμε σχετικά με αυτήν, είναι στο χρονικό του Antonio Trivan το 1182, που μας δίνει την πληροφορία ότι ο Ισαάκιος, γιος του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού, φεύγοντας από την Κρήτη, έδωσε κτήσεις και φέουδα στη μονή. Όπως φαίνεται από τα δεδομένα του χώρου, η μονή για την κατασκευή της οποίας έχει χρησιμοποιηθεί αρκετό οικοδομικό υλικό από τα αρχαία κτίρια, χτίστηκε σε κεντρικό χώρο της αρχαίας πόλης.

Το κάστρο, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του χώρου, οικοδομήθηκε από τους Τούρκους κατακτητές το 1866-1869, σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα ανοικοδόμησης κάστρων για την πάταξη της κρητικής επανάστασης. Η οχύρωση της Απτέρας, συνολικού μήκους 3.480μ. που σύμφωνα με τα στοιχεία των ανασκαφών κατασκευάστηκε λίγο μετά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., περιτρέχει ολόκληρο το ισόπεδο του λόφου, πάνω στον οποίο είχε ιδρυθεί η πόλη.

Ο μικρός δίχωρος ναός, το λεγόμενο «διμερές ιερό», του 5ου αι. π.Χ., που ανέσκαψαν οι Γερμανοί ως κατακτητές το 1942, έχει αποδοθεί στην Αρτέμιδα, κεντρική θεότητα της πόλης και τον Απόλλωνα, ο οποίος επίσης απεικονίζεται σε αργυρά νομίσματα του 2ου αιώνα π.Χ. Στη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης έχει αποδώσει ο Στυλιανός Αλεξίου, το μικρό ναό του 1ου αι. π.Χ., που ανέσκαψε το 1958. Επίσης οι Γερμανοί ανασκαφείς είχαν αποδώσει στο Διόνυσο, μικρό ναό που είχαν εντοπίσει κοντά στο θέατρο.

Η μερικά ανασκαμμένη οικία που βασίζεται στα αρχιτεκτονικά πρότυπα της ελληνιστικής περιόδου, διαθέτει μία εσωτερική περίστυλη αυλή, μέσα στην οποία βρίσκονται πεσμένοι από σεισμό οι κίονες, τα κιονόκρανα και τα υπέρθυρα, που φέρουν τα σημάδια επισκευής πριν από την τελική τους πτώση από τον ίδιο σεισμό. Γύρω από την αυλή αναπτύσσονται τα δωμάτια του σπιτιού και μία ακόμα αυλή με στέρνα. Η οικία, που χρονολογείται στους πρώτους χρόνους της ρωμαιοκρατίας (τέλος 1ου - αρχές 1ου αι. μ.Χ.) είχε υποστεί μικρές μετασκευές στην ύστερη αρχαιότητα.

Τα ιδιαίτερα εντυπωσιακά μνημεία είναι οι δεξαμενές νερού που έχουν κατασκευαστεί κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Η μία, λίγο μικρότερη από την άλλη (εσωτερικές διαστάσεις: 17χ25μ. και χωρητικότητα 2.900 κ.μ. περίπου), έχει τρία κλίτη που χωρίζονται μεταξύ τους από μεγάλους πεσσούς. Η συλλογή του νερού των βροχών γινόταν από ανοίγματα της οροφής και από δίκτυο αγωγών που το μετέφεραν από τις πολυάριθμες στέρνες της πόλης. Η άλλη δεξαμενή, σε σχήμα Γ, είναι μεγαλύτερη (διαστάσεις μεγάλου σκέλους: 55,80μ., μικρού: 34,20μ. και πλάτος: 25μ. και χωρητικότητας περίπου 3.050 κ.μ.). Οι δύο δεξαμενές χρησίμευαν κυρίως για την τροφοδοσία των αντίστοιχων λουτρών, που βρίσκονται βορειότερα σε χαμηλότερο επίπεδο.

Τα λουτρά, μαζί με τις δεξαμενές, πρέπει να ήταν τα μεγαλύτερα δημόσια έργα, από όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα, που κατασκευάστηκαν κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας στην Απτέρα και που μπορεί να τοποθετηθεί πιο συγκεκριμένα στον 1ο - 2ο αιώνα π.Χ. Στο ένα από τα δύο βρέθηκε υπέρθυρο με επιγραφή που αναφέρει το όνομα Λούκιος Λαμπάδις, ίσως κάποιου δωρητή για την ανέγερσή του. Έξω από το δυτικό τμήμα της οχύρωσης, έχει βρεθεί η αρχή του δυτικού νεκροταφείου, ο πλακόστρωτος δρόμος που οδηγεί προς την κεντρική πύλη και ηρώο του 1ου - 2ου αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για βάθρα με επιγραφές που αναφέρονται σε ήρωες, δηλαδή Απτεραίους πολίτες που είχαν τιμηθεί για κάποιο λόγο. Τμήματα αυτών των βάθρων καταστράφηκαν από τους χριστιανικούς τάφους του 6ου και 7ου αιώνα μ.Χ. που κατασκευάστηκαν στον ίδιο χώρο.

Νότια του ηρώου αποκαλύφθηκαν δύο έως τώρα ταφικά μνημεία - μαυσωλεία με πλούσιο αρχιτεκτονικό υλικό από την ανωδομή των κτιρίων, στο ένα από τα οποία ανήκε και πορτραίτο ζεύγους του τέλους του 1ου αιώνα μ.Χ., που πρέπει να είχε ενταφιαστεί εκεί. Το δυτικό νεκροταφείο έχει ερευνηθεί αρκετά μέσω των σωστικών ανασκαφών της Εφορείας, καθώς το μεγάλο τμήμα της έκτασής του συμπίπτει με τον οικισμό Πλακάλωνα, που άρχισε να οικοδομείται το 19ο αιώνα και στον οποίο η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται έως σήμερα. Οι τάφοι δεν είναι οργανωμένοι σε συστάδες κατά χρονολογικές περιόδους, αλλά βρίσκονται σε συγκεχυμένη χρονολογική και τυπολογική διάταξη (ταφές σε πίθους, τάφοι λακκοειδείς, κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς και λαξευτοί θαλαμωτοί), σύμφωνα με τις ανάγκες της εκμετάλλευσης του φυσικού βράχου σε κάθε περίπτωση. Οι αρχαιότεροι τάφοι, οι οποίοι χρονολογούν και την ίδρυση της Απτέρας στο λόφο αυτό, ανήκουν στη γεωμετρική περίοδο και συγκεκριμένα στον 8ο αι. π.Χ., ενώ οι υστερότεροι, έως τώρα, στο 2ο αι. μ.Χ. Το νοτιοανατολικό νεκροταφείο δεν έχει ερευνηθεί καθόλου, αλλά είναι εύκολα ορατή συστάδα αρκετών τάφων με θάλαμο λαξευμένο στο βράχο. Έχουν συληθεί όλοι κατά το παρελθόν, άγνωστο σε ποια περίοδο, αλλά η αρχιτεκτονική τους δείχνει ότι πρέπει να χρονολογηθούν στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας.

map photo photogfg hgfphoto photo photo

Στάση 1: Mινωικός θολωτός τάφος Αζοϊρέ-Στύλου

Διεύθυνση:Απτέρα ""Στερνάκι"", Τ.Κ. 73131
Χρόνος Περιήγησης:20'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Ο αρχαιολογικός χώρος που είναι γνωστός με την ονομασία «Αζωγυρές» ή «Αζοϊρές» Στύλου απλώνεται σε λοφώδη περιοχή στα νότια της αρχαίας Απτέρας και ανατολικά του επαρχιακού δρόμου που οδηγεί στο σύγχρονο χωριό Στύλος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σημαντικός μινωικός οικισμός που ιδρύθηκε πιθανότατα στην Πρωτομινωική περίοδο (3600-2160 π.Χ.). Ταυτίζεται με την Απτέρα της μινωικής περιόδου, που στις πινακίδες της Γραμμικής γραφής Β΄ δηλώνεται με την ονομασία a-pa-ta-wa. Η ίδρυση του οικισμού τοποθετείται στα πρωτομινωικά χρόνια και η εγκατάλειψή του στην Υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο (περ. 1190 - 1070 π.Χ.). Μετά από υπόδειξη ιδιώτη, ανασκάφτηκε το 1961 από τους Ν. Πλάτωνα και Κ. Δαβάρα o μνημειακός θολωτός τάφος τοπάρχη της περιοχής, με κυκλικό, λιθόκτιστο θάλαμο και μακρύ, κτιστό δρόμο και σύμφωνα με τα όστρακα του κατώτατου στρώματος του θαλάμου ο τάφος χρονολογείται στην Υστερομινωική ΙΙΙ περίοδο (14ος-13ος αιώνας π.Χ.).

Αρχικά ερευνήθηκε ο θόλος του τάφου με τον κυκλικό λιθόκτιστο θάλαμο, διαμέτρου 4.30 μ., ο οποίος βρέθηκε συλημένος. Στο ανακουφιστικό τρίγωνο, πάνω από το υπέρθυρο της εισόδου, ύψους 0.70 μ., βρέθηκαν 12 κύπελλα της όψιμης ελληνιστικής περιόδου, στοιχείο που δηλώνει την τέλεση εναγισμών εκεί και χρήση του χώρου ως χώρο λατρείας. Ανάλογα αγγεία ελληνιστικών χρόνων βρέθηκαν και στο δρόμο, αλλά και σε διαταραγμένα στρώματα και μέσα στην επίχωση του. Ο τάφος κατέστη επισκέψιμος το 1970 όταν ερευνήθηκε από τον Κ. Δαβάρα ο λιθόκτιτος δρόμος του, μήκους 20.80 μ., και αφαιρέθηκε το σωζόμενο τμήμα του φράγματος της εισόδου.

map photo photo

Τερματισμός: Μινωικός Θολωτός Τάφος Φυλακής

Διεύθυνση:Φυλακή, ""Της τρύπας τ' αρμί"", Τ.Κ. 73131
Χρόνος Περιήγησης:20'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας: Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση
Link: Μεταβείτε στο link

Στην πλαγιά ενός λόφου, στην τοποθεσία "Της τρύπας τ' αρμί", σε απόσταση 1 χλμ. ΒΔ του χωριού Φυλακή, ανασκάφτηκε το 1981 σημαντικός θολωτός τάφος της υστερομινωικής ΙΙΙ A-B περιόδου (14ος - 13ος αι. π.Χ.). Mακρύς και στενός κατηφορικός δρόμος, μήκους 11.10 μ., λαξευμένος στο φυσικό πέτρωμα, οδηγεί σε τετράγωνο θάλαμο, πάνω στον οποίο στηρίζεται πυραμιδοειδής στέγη. Ο τάφος, διαστάσεων 3.40x3.65 μ., είναι κατασκευασμένος από προσεκτικά λαξευμένους πλακοειδείς ασβεστόλιθους. Από την ανωδομή της θόλου λείπουν μόνο λίγοι λίθοι στο τμήμα της κλείδας, απ' όπου έγινε η σύληση σε άγνωστη χρονική περίοδο. Την ίδια εποχή ή αργότερα καταστράφηκε και το φράγμα της εισόδου. Ο ακριβής αριθμός των ταφών δεν είναι γνωστός, παρόλο που υπολείμματα οστών βρέθηκαν διασκορπισμένα παντού. Ξεχωρίζουν πάντως τα οστά ενός τουλάχιστον ενήλικα και ενός παιδιού. Ίχνη πυράς μαζί με καμένα οστά βοοειδούς, πιθανόν να σημαίνουν ότι στο χώρο είχε τελεστεί θυσία ζώου. Mεταξύ των κτερισμάτων που διασώθηκαν από τη σύληση συγκαταλέγονται χρυσοί ρόδακες, χάντρες διαφόρων σχημάτων, σφραγιστικά δακτυλίδια, σφραγιδόλιθοι και μικρά ολόγλυφα ειδώλια. Iδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα ανάγλυφα ελεφάντινα πλακίδια, το πιθανότερο ενθέσεις σε ξύλινο αντικείμενο. Περιλαμβάνουν κεφαλές κρανοφόρων πολεμιστών, σφίγγες, αιγάγρους, κιονίσκους και φυτικά θέματα.

map photo photo
digital plan
espa
eu