Περιγραφή διαδρομής

Αφετηρία: Ανασκαφή "Γωνιωτάκη"

Διεύθυνση:Μελετίου Μεταξάκη 32-34, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:10'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας::08:30-15:00 (επίσκεψη κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία μας)

Το 2002 σε σωστική ανασκαφική έρευνα στο οικόπεδο Γωνιωτάκη, στη Νέα Χώρα, ήρθαν στο φως σημαντικές αρχαιότητες των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, στο υπόγειο κτηριακού συγκροτήματος, διατηρείται σήμερα ορατό το σημαντικότερο και καλύτερα διατηρημένο εύρημα του χώρου, μια εγκατάσταση επεξεργασίας πορφύρας. Τα λείψανα της εργαστηριακής εγκατάστασης περιλαμβάνουν δύο κυκλικούς κλιβάνους, κτισμένους με αργολιθοδομή. Έχουν διάμετρο 1.82 μ. και 1.45 μ. και τα πλαϊνά τοιχώματα σώζονται σε ύψος 60-70 εκ. στο κέντρο κάθε κλιβάνου υπάρχει μεγάλος κυκλικός λίθος, πάνω στον οποίο φαίνεται ότι τοποθετούσαν τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν για το βράσιμο της πορφύρας. Τα στόμια των κλιβάνων ανοίγονται σε αντίστοιχα κενά του δυτικού τοίχου του χώρου. Ο ένας κλίβανος σώζει ακέραιη τη στέγαση του στομίου, σε ύψος 60 εκ. Μπροστά στους κλιβάνους βρέθηκε στρώμα με στάχτες και έντονα ίχνη, ενώ υπάρχει ένδειξη για ύπαρξη και τρίτου κλιβάνου, κατεστραμμένου από σύγχρονο λάκκο.

Για την παραγωγή της πορφύρας γινόταν επεξεργασία συγκεκριμένου είδους οστρέων. Στο πρώτο στάδιο γινόταν η σύνθλιψη των οστρέων για την εξαγωγή των χρωστικής ουσίας (ostrum), η οποία στη συνέχεια τοποθετούνταν σε ειδικά δοχεία μαζί με θαλασσινό νερό. Το μείγμα ανακατευόταν συνεχώς για αρκετές ημέρες και ενίοτε μπορούσε να ζεσταθεί σε σταθερή θερμοκρασία για την επιτάχυνση της διαδικασίας. Ακολουθούσε ο εμβαπτισμός των υφασμάτων σε δεξαμενές για αρκετές ώρες, ανάλογα με τον επιθυμητό τόνο και την ένταση του χρώματος. Τέλος απαραίτητη για την τελειοποίηση και διαφοροποίηση του χρώματος, ήταν η έκθεση των υφασμάτων στον αέρα και τον ήλιο. Η πορφύρα ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη λόγω της δυσκολίας παρασκευής και της σπανιότητάς των οστράκων από τα οποία παράγεται, οπότε η χρήση ενδυμάτων βαμμένων με πορφύρα ήταν ένδειξη πλούτου και εξουσίας.

Ανατολικά των κλιβάνων υπήρχε στεγασμένος χώρος, με στρώμα καταστροφής που χρονολογείται στους ρωμαϊκούς χρόνους (πιθανότατα στο 2ο αι. μ.Χ.). με τη λειτουργία του εργαστηρίου σχετίζεται πηγάδι, που σώζεται σχεδόν κατά το ήμισυ, καθώς και μεγάλη δεξαμενή από την οποία σώζονται ελάχιστα ίχνη. Μετά την εγκατάλειψη του εργαστηρίου το πηγάδι μπαζώθηκε με στρώσεις θρυμματισμένης πορφύρας, υπολείμματα από την κατεργασία του οστρέου κατά τη λειτουργία του εργαστηρίου.

Νότια των κλιβάνων βρέθηκε και διατηρείται ορατή υπόγεια δεξαμενή, που σώζεται σε ύψος 3.65 μ. τα τοιχώματά της είναι επιχρισμένα με υδροκονίαμα και πιθανότατα συνδεόταν με σύστημα πήλινων αγωγών, μεγάλα τμήματα των οποίων βρέθηκαν στο εσωτερικό της. Η δεξαμενή είναι πρωιμότερη της εργαστηριακής εγκατάστασης και όταν καταργήθηκε η χρήση της μπαζώθηκε και στη βόρεια πλευρά της βρέθηκε άφθονη κεραμική από μεγάλα αγγεία, κυρίως αμφορείς, των κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

Στο χώρο νότια και δυτικά του εργαστηρίου αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά οικοδομικά λείψανα, που χρονολογούνται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Εξίσου αποσπασματικά είναι και τα αρχαιολογικά λείψανα που αποκαλύφθηκαν στη δυτική πλευρά του οικοπέδου, όπου έχει ανεγερθεί το δεύτερο κτιριακό συγκρότημα. Την μεγαλύτερη έκταση του χώρου καταλάμβαναν λάκκοι λαξευμένοι στο φυσικό έδαφος με κεραμική κυρίως ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, που εντοπίστηκαν στη νοτιοανατολική πλευρά περιελάμβαναν τμήματα κτηρίων ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, που σώζονται όμως αποσπασματικά και αναπτύσσονταν προς νότια, εκτός της ιδιοκτησίας.

map

Στάση 1: Ανασκαφή "Νότια του Τείχους"

Διεύθυνση:Συμβολή οδών Καραολή & Δημητρίου και Κατρέ, Καστέλλι, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:10'-15'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση

Οι αρχαιολογικές εργασίες του 2006, στην περιοχή «Μαχαιράδικα», νότια του Καστελλίου Χανίων, αποκάλυψαν ένα τμήμα κτηρίου το οποίο χρονολογείται στους πρώιμους μεσομινωικούς χρόνους.

Πιο συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν τέσσερεις χώροι και τμήματα άλλων τεσσάρων συνολικής έκτασης περίπου 90 τ.μ. Από ενδείξεις της κεραμικής, η κατασκευή του χρονολογείται στα προανακτορικά χρόνια και τη μεταβατική ΠΜΙΙΙ/ ΜΜΙ Α φάση (2300-1900 π.Χ.). Το κτίσμα έχει προσανατολισμό με διεύθυνση Β-Ν. Ο νότιος τοίχος του ορίζει τη σειρά τεσσάρων δωματίων και τη γωνία ενός ακόμη στο βορειοανατολικό όριο του χώρου. Φθάνει σε μήκος τα 10.50 μ, ενώ στα σωζόμενα τμήματα του το πλάτος του φθάνει το 1.20 μ. Αντίθετα ο βόρειος τοίχος του είναι ορατός μόνο στο δυτικό τμήμα του, με μήκος περίπου 2.30 μ. και πλάτος 0.90 μ., ενώ προς τα ανατολικά διαμορφώνεται με οδοντώσεις, σε μήκος 14.20 μ. και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περικλείνει από τον προσανατολισμό Δ-Α και να ανοίγει προς τα βόρεια, δίνοντας στην κάτοψη του κτηρίου το σχήμα ενός τραπεζίου.

Οι ενδιάμεσοι-διαχωριστικοί τοίχοι του κτηρίου είναι λίγο πολύ παράλληλοι μεταξύ τους με πλάτος 1 έως 1.10 μ. και μόνο το μήκος τους αυξάνεται σταδιακά από δυτικά προς ανατολικά. Ο δυτικότερος τοίχος έχει μήκος 1.80 μ., ενώ ο ανατολικότερος σώζεται μόνο σε μήκος 2.80 μ.. Παράλληλα, από τα ανατολικά προς τα δυτικά οι δύο τοίχοι που ακολουθούν φθάνουν σε μήκος από 3.60 μ. έως και 2.70 μ. Το πάχος του δεύτερου τοίχου από τα δυτικά προς τα ανατολικά φθάνει μόλις τα 0.60 μ., ενώ συνδυαστικά με την ευτελέστερη ποιότητα κατασκευή του, υποδεικνύει το επρόκειτο για ένα πρόχειρο κλείσιμο ενός ευρύτερου δωματίου σε δεύτερη πιθανόν φάση. Νότια του νότιου τοίχους του κτηρίου φαίνεται ότι διαμορφωνόταν άλλοι τρεις χώροι με το μήκος των σωζόμνων τοίχων να μην ξεπερνάει τα 0.80 μ.

Η στιβαρότητα του βυζαντινού προτειχίσματος που αποκαλύφθηκε αμέσως νοτιότερα με μεσαίου και μεγάλου μήκους λίθους και ιδιαίτερη φροντίδα στις όψεις των μετώπων και τη στατική κατασκευή του, υποδεικνύει ότι επρόκειτο προφανώς για σημαντικό κτήριο, με πιθανές εξωτερικές επιθετικές διαθέσεις. Τα χωμάτινα δάπεδα των χώρων τα οποία εμφανίζονται 0.50 μ. έως 0.30 μ. κάτω από τους τοίχους, συνδυαστικά με τα φτωχικά κινητά ευρήματα, τα οποία περιορίζονται σε χρηστική κεραμική και μερικά απολεπίσματα οψιανού, την επίχωση με χάλικα, χαλαρό χώμα και άφθονη πεταμένη κεραμική αλλά και ότι δεν εμφανίζονται ανοίγματα εισόδων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω χώροι αποτελούσαν υπόγεια δωμάτια και η κύρια χρήση ήταν σε ανώτερο επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι η χρήση του χώρου φαίνεται να είναι συνεχείς σε μεταγενέστερους χρόνου, η ανάδειξη παρθένας, αμμώδους στρώσεις κάτω από τα επίπεδα των δαπέδων δείχνει ότι δεν υπήρχε πρωιμότερη φάση κατοίκησης. Τα κεραμικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στο χώρο αποτελούνται από χονδροειδή, ανοιχτά αγγεία, βάσεις κυπέλλων και μικρά προχυτικά, τοπικού εργαστηρίου.

map photo photo

Στάση 2: Ανασκαφή "Βακαλουνάκη"

Διεύθυνση:Κατρέ 10, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:10'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Ορατό από το δρόμο

Πρόκειται για το οικόπεδο που έδωσε το μεγαλύτερο τμήμα του αρχείου Γραμμικής Α γραφής των Χανίων κατά τα έτη 1973-1975. Το αρχείο αυτό αποτελείται από 72 θραύσματα πήλινων πινακίδων, 104 πήλινα δισκία, 28 πολυεδρικά πήλινα σφραγίσματα και 58 απλά πήλινα σφραγίσματα. Τα παραπάνω βρέθηκαν μέσα σε στρώμα καταστροφής που αποτελείτο από έντονο κόκκινο χώμα από το ψήσιμο των διαλυμένων ωμών πλίνθων, μικρά κομμάτια καμένου ξύλου, μικρές καμένες ελαφρόπετρες και θραύσματα έγχρωμων ασβεστολιθικών και πήλινων κονιαμάτων. Η επίχωση αυτή ακουμπούσε σε δάπεδο από κτυπητή γη που ανήκε σε ένα από τα τρία νεοανακτορικά κτήρια (Ι-ΙΙΙ), τμήματα των οποίων εντοπίστηκαν στο χώρο του οικοπέδου.

Τα οικοδομήματα είχαν ανεγερθεί τον 17ο αι. π.Χ. και καταστράφηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1450 π.Χ. (τέλος της υστερομινωικής ΙΒ περιόδου), η οποία κατέστρεψε τα μινωικά κέντρα της Κρήτης. Το αρχείο πιθανόν προέρχεται από τον καταρρεύσαντα όροφο του βόρειου κτηρίου. Οι πινακίδες περιέχουν κείμενα που αναφέρονται σε καταγραφές ζώων και προϊόντων και σε απαριθμήσεις ανθρώπων. Σημεία ή ιδεογράμματα έχουν χαραχθεί στη μία επιφάνεια των πήλινων δισκίων και σε μία ή δύο όψεις των πολυεδρικών σφραγισμάτων. Τα δισκία φέρουν πολλαπλά αποτυπώματα από την ίδια πάντα σφραγίδα στην περιφέρειά τους, ενώ τα απλά σφραγίσματα έχουν κυρίως ένα αποτύπωμα και είναι ανεπίγραφα.

map

Στάση 3: Ο οικισμός στον λόφο Καστέλλι

Διεύθυνση:Πλατεία Αγ. Αικατερίνης, οδός Κανεβάρο, Καστέλι, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:25'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Ορατό από το δρόμο

Ο χαμηλός λόφος του Καστελλίου επιλέχθηκε ως το πιο πρόσφορο σημείο για την εγκαθίδρυση του πρώτου οργανωμένου μινωικού οικιστικού πυρήνα στην περιοχή των Χανίων. Σύμφωνα με τις ανασκαφές το γεγονός αυτό ανάγεται στην προανακτορική περίοδο (3500-2000 π.Χ.) και οφείλεται στη δεσπόζουσα θέση του λόφου σε σχέση με το φυσικό λιμάνι και το χανιώτικο κάμπο. Η πυκνότητα και η φροντισμένη κατασκευή των οικοδομικών λειψάνων της προανακτορικής περιόδου (3000-1900 π.Χ.), τοίχοι επιχρισμένοι με βαθύ κόκκινο κονίαμα, δάπεδα με παχιά στρώση αργίλου, προσεκτικά βυθισμένες εστίες και ιδιαίτερα πήλινα αγγεία τοπικού εργαστηρίου, όλα ευρήματα στην πλατεία της Αγίας Αικατερίνης, υποδηλώνουν τη σπουδαιότητα και την ευμάρεια του οικισμού.

Η ισχυρή θεμελίωση των κτισμάτων στους αιώνες που ακολούθησαν είχε ως αποτέλεσμα τα ανασκαφικά ευρήματα της παλαιοανακτορικής περιόδου (1900-1700 π.Χ.) να είναι περιορισμένα. Έντονες προσπάθειες ανοικοδόμησης παρατηρούνται με την είσοδο στη νεοανακτορική περίοδο (1700-1450 π.Χ.), ενώ η αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από διάφορες καινοτομίες, οι οποίες αρχικά εφαρμόσθηκαν στα ανάκτορα και στη συνέχεια σε επαύλεις και εύπορες οικίες. Χαρακτηριστικό εύρημα αποτελεί το οικοδόμημα στην πλατεία της Αγίας Αικατερίνης, συνολικής έκτασης 600 τ.μ. και βάθους 2 μ., το οποίο περιλαμβάνει την κάτοψη ενός κτηρίου και τμήματα τριών άλλων. Το πρώτο κτήριο, ήταν διώροφο, με συνολικά 14 δωμάτια στο ισόγειο ανάμεσα στα οποία ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη πολύθυρης αίθουσας, φωταγωγού, μαγειρείου, διπλού κλιμακοστάσιου, αποθήκης και θησαυροφυλακίου. Χαρακτηριστικό της εποχής είναι το γεγονός ότι αγωγοί συγκέντρωναν τα όμβρια από τις στέγες και τους φωταγωγούς, διακλαδούμενοι οριζόντιοι και κατακόρυφοι αγωγοί, απομάκρυναν τα ακάθαρτα κάτω από τις πλάκες των στενών δρόμων.

map
photo photo photo photo photo photo

Στάση 4: Ανασκαφή "Μαθιουδάκη" στο λόφο Καστέλλι

Διεύθυνση:Οδός Κανεβάρω
Χρόνος Περιήγησης:10'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Ορατό από το δρόμο

Η ανασκαφή του νεοανακτορικού οικοδομήματος (1650-1450 π.Χ.), το οποίο ανακαλύφθηκε στο οικόπεδο Μαθιουδάκη δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κάτοψη της πολύθυρης αίθουσας Γ η οποία βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικοπέδου και ήρθε στο φως ακριβώς κάτω από το επιφανειακό έδαφος. Και οι τρεις πλευρές της κατατεμαχίζονται σε πολύθυρα, ακανόνιστα ανοίγματα τα οποία στη βόρεια και δυτική πλευρά διαμορφώνονται από γωνιόλιθους από ψαμμίτη, σε τέσσερις σειρές ανά πλευρά. Η διαμόρφωση αυτή θυμίζει τις αντίστοιχες αίθουσες των οικιών των Μαλίων. Η νότια πλευρά φέρει τριπλή θύρα με τις χαρακτηριστικές βάσεις των παραστάδων των νεοανακτορικών κτισμάτων, με λαξευμένες εσοχές για την καλύτερη εφαρμογή των ξύλινων κουφωμάτων.

Βόρεια υπάρχει μακρόστενο δωμάτιο Α, με δάπεδο από θρυμματισμένα, έγχρωμα κονιάματα, ίσως ακάλυπτος χώρος. Στην αρχική φάση του κτηρίου το δωμάτιο Α επικοινωνούσε με άλλο, μεγάλο χώρο τα βόρεια, το δωμάτιο Β, στην ανατολική πλευρά του οποίου είχε διαμορφωθεί κλιμακοστάσιο. Εδώ ανασκάφτηκε τμήμα «αποθέτη» που περιείχε περίπου 7 αγγεία, κυρίως άωτα κωνικά κύπελλα, μεγάλα κομμάτια τοιχογραφιών, ύλη για την κατασκευή κονιάματος, τέσσερα κομμάτια ασβεστοκονιάματος που έχουν πάρει το σχήμα των άωτων κυπέλων που τα περιείχαν και σφραγιδόλιθος από σάρδιο. Ο αποθέτης συνεχίζει στα ανατολικά, κάτω από πλακόστρωτο χώρο, η αρχή του οποίου μόλις έχει εμφανιστεί και ίσως πρόκειται για υπόγειο χώρο. Σε επόμενη φάση (1600-1550 π.Χ.) κατασκευάστηκε το ισόγειο πλακόστρωτο πάνω από τον αποθέτη και κλείστηκε η πρόσβαση από το νότιο δωμάτιο Α. Σε όλο το δωμάτιο Β στρώθηκε δάπεδο από άργιλο και τριμμένο ασβεστόλιθο (VII), πάνω σε επίχωση πάχους 0.60 μ., γεμάτη κεραμική και διαμορφώθηκε είσοδος στον δυτικό τοίχο. Αργότερα το δάπεδο δέχθηκε επιδιόρθωση και πάνω του απλώθηκε στρώμα ελαφρόπετρας, πάχους 0.15/0.20 μ., αφού προηγουμένως επιχρίστηκε με μίγμα τριμμένου ασβεστόλιθου, ειδικά για το σκοπό αυτό, το κατώτερο τμήμα του δυτικού τοίχου και του νότιου, ύψους 0.33 μ..

Γύρω στο 1500 π.Χ. έγιναν και άλλες επισκευές στο κτήριο, το οποίο καταστράφηκε από έντονη πυρκαγιά στο τέλος της περιόδου. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε πιθανή ιερή χρήση του χώρου διαχρονικά, εφόσον και στην κρητομυκηναϊκή περίοδο, ακριβώς εδώ, είχε ανεγερθεί μεγάλος ελεύθερος πεσσός, η βάση του οποίου βρέθηκε κατά χώραν. Κατά μήκος της δυτικής πλευρά των δωματίων Α και Γ, στη ΝΔ άκρη της ανασκαφής, αναπτύσσεται μακρόστενος διάδρομος, ενώ βορειότερα, στη δυτική άκρη του οικοπέδου διαμορφώνεται στενός δρομίσκος, με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, μεταξύ των τοιχών. Μεγάλος γωνιόλιθος που βρέθηκε ίσως αποτελεί το κατώφλι της κύριας εισόδου του κτηρίου. Αμέσως μετά την καταστροφική φωτιά του 1450 π.Χ., η πολύθυρη αίθουσα Γ καθαρίστηκε από τα ερείπια και χρησιμοποιήθηκε ως εργαστηριακός χώρος. Πάνω στο πολύ καμένο δάπεδο υπήρχε λίθινος κύλινδρος, όμοιος με αυτούς που παραδοσιακά χρησιμοποιούντο μέχρι τα νεότερα χρόνια για τη διαμόρφωση των δωματίων στα κρητικά σπίτια.

Ταυτόχρονα, νέα κατασκευή ανεγέρθηκε στο ΒΔ τμήμα του οικοδομήματος. Η ανασκαφή αποκάλυψε τμήματα τριών δωματίων και πάνω στο χωμάτινο δάπεδο του ενός βρέθηκε ωραία διακοσμημένη γεφυρόστομη πρόχους. Στη συγκεκριμένη ανασκαφή ήρθε στο φως και τμήμα οικοδομήματος των μυκηναϊκών χρόνων, ιδρυμένο πάνω στο παλαιότερο της νεοανακτορικής εποχής. Στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου το κτήριο σώζεται σε αρκετό ύψος ενώ, αντίθετα, στο νότιο μισό έχει αφαιρεθεί σχεδόν εντελώς κατά τη διάρκεια εργασιών ισοπέδωσης, όταν το 1972 είχαν ξεκινήσει προσπάθειες οικοδόμησης του χώρου. Από το κτήριο αποκαλύφθηκε σε έκταση μακρόστενος χώρος που ίσως ήταν ακάλυπτος, με δύο αλλεπάλληλα δάπεδα, αρχικά από βοτσαλάκι και σε επιδιόρθωση από καστανοκίτρινη άργιλο. Κατά τη δεύτερη αυτή επέμβαση μειώθηκε και η έκταση του με την κατασκευή τοίχου και φράχτηκε το βόρειο θυραίο άνοιγμα. Στα νοτιοδυτικά, σε μια γωνία αποκαλύφθηκε μικρή κάμινος της υστερομινωικής ΙΙΙΑ περιόδου (1375-1300 π.Χ. περίπου). Έχει σχήμα Π και είναι κατασκευασμένη από σκληρό, κόκκινο πηλό και κίτρινο στα άκρα. Κατά μήκος των δύο καρών πλευρών σώζονται τα υπολείμματα δύο τοιχαρίων, με δύο αυλάκια από κίτρινο πηλό στην εσωτερική τους πλευρά. Διάφορες φάσεις της μυκηναϊκής περιόδου εντοπίστηκαν σε δοκιμαστική τομή στη ΒΔ γωνία του οικοπέδου με αφορμή την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης της παρακείμενης οικοδομής.

map

Στάση 5: Ανασκαφή "Παπαδόπουλου"

Διεύθυνση:Οδός Δασκαλογιάνη 63
Χρόνος Περιήγησης:15'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:08:30 - 15:00 (κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία μας)

Με τις ανασκαφές στην οδό Δασκαλογιάννη διαπιστώθηκε ότι στη συνοικία Σπλάντζια, ΝΑ του λόφου του Καστελλιού, είχε ανεγερθεί, κατά τον 17ο αι. π.Χ., εκτεταμένο κτηριακό συγκρότημα με ιερό και τελετουργικό χαρακτήρα. Το συγκρότημα λειτούργησε σε όλη τη διάρκεια της νεοανακτορικής περιόδου (1650-1450 π.Χ.) με τρεις κύριες μετασκευές, προφανώς μετά από σεισμικές καταστροφές. Σήμερα είναι ορατό μικρό μόνο τμήμα του νεοανακτορικού συγκροτήματος της οδού Δασκαλογιάννη, στο υπόγειο της οικοδομής Ν. Παπαδόπουλου. Διακρίνονται τμήματα οκτώ δωματίων, με τη «δεξαμενή των καθαρμών» ή άδυτο, να αποτελεί το κεντρικό σημείο λειτουργίας όλου του κτηριακού συγκροτήματος, το οποίο ανακαλύφθηκε. Το μικρό αυτό, κεντρικό δωμάτιο επικοινωνούσε με πολύθηρες αίθουσες και τον φωταγωγό, ενώ η πολύ επιμελημένη κατασκευή του δηλώνει την εξέχουσα θέση του στο οικοδόμημα.

Το άδυτο της Σπλάντζιας, είναι χαρακτηριστικό της μινωικής ανακτορικής αρχιτεκτονικής και το μοναδικό που εντοπίστηκε μέχρι σήμερα στη Δυτική Κρήτη. Έχει τετραγωνική κάτοψη με εξωτερική και εσωτερική πλευρά 4μ. και 2μ., αντίστοιχα, σώζεται μέχρι το ύψος των 0,70μ., ενώ η κάθοδος σε αυτό γίνεται με θλαστική κλίμακα. Όλο τα δάπεδο του δωματίου και τα σκαλοπάτια είναι κατασκευασμένα από ασβεστολιθικές πλάκες, με κόκκινο κονίαμα στους αρμούς, ενώ οι τοίχοι ήταν τοιχογραφημένοι μέχρι το δάπεδο. Στην ανατολική πλευρά του δωματίου, υπήρχε υπερυψωμένος πλακόστρωτος διάδρομος, ο οποίος έφερε ξύλινο θωράκιο με δικτυωτό πλέγμα κατά μήκος της δυτικής πλευράς του. Ο χώρος χρησίμευε για τη στάση και τη διέλευση των ανθρώπων, εξασφάλιζε μεγαλύτερο φωτισμό στο άδυτο, ενώ η θέση του ήταν τέτοια η οποία επέτρεπε την παρακολούθηση των δρώμενων στο εσωτερικό του από υψηλότερο επίπεδο και την άμεση και έμμεση συμμετοχή σε αυτά.

map photo photo

Στάση 6: Ανασκαφή "Άγίου Ρόκκου"

Διεύθυνση:Οδός Δασκαλογιάνη
Χρόνος Περιήγησης:15'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:08:30 - 15:00

Ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του ενετικού ναού του Αγίου Ρόκκου, αποκάλυψε ότι ο χώρος ήταν σε χρήση από την πρωτομινωική ΙΙ περίοδο (2600-2300 π.Χ.) έως και την υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο (1200-1100 π.Χ.). Κατά την ανασκαφή δεν βρέθηκαν χώροι που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως δωμάτια ενώ αντίθετα οι δύο εστίες που εντοπίσθηκαν, σε συνδυασμό με τα έντονα στοιχεία καύσης και τις στάχτες, τα όστρεα από πεταλίδες, τα τριβεία και τους τριπτήρες που βρέθηκαν υποδηλώνουν ότι ο ανασκαμμένος χώρος ίσως ήταν εξωτερικός, προορισμένος για εργαστήριο ή χώρο παρασκευής φαγητού. Στο ΒΔ τμήμα του ναού εντοπίστηκε λάκκος, συνέχεια λάκκου του 4ου αιώνα π.Χ. επί της οδού Δασκαλογιάννη.

map photo photo

Στάση 7: Ανασκαφή "Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων"

Διεύθυνση:Συμβολή των οδών Βενιζέλου και Μιχελιδάκη, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:10'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Κατόπιν συνεννόησης με το φύλακα της Τράπεζας

Κατά την ανέγερση της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων, ανασκάφηκαν αρχαιότητες, μέρος των οποίων είχε καταστραφεί από την οικοδόμηση του καφενείου «Ρέμβη».

Το νοτιοδυτικό τμήμα του οικοπέδου, έκτασης 90 τ.μ. παρουσίαζε την καλύτερη εικόνα διατήρησης και παρέμεινε ορατό στον ακάλυπτο χώρο του νέου κτηρίου, κάτω από υαλοπίνακες. Κατά την έρευνα των νεότερων επιχώσεων του οικοπέδου, της περιόδου της Τουρκοκρατίας, συγκεντρώθηκαν αρκετές πήλινες εγχάρακτες πίπες και δείγματα εφυαλωμένης κεραμικής. Δεν εντοπίσθηκαν κτηριακά υπολείμματα καθώς η περιοχή βρίσκεται εκτός των τειχών της Παλιάς Πόλης. Η ανασκαφή των αρχαίων στρωμάτων αποκάλυψε επάλληλες οικιστικές φάσεις τόσο των υστεροκλασικών-ελληνιστικών, όσο και των μινωικών χρόνων, ενώ οι ενδιάμεσες περίοδοι αντιπροσωπεύονται με άφθονη κεραμική από τους λάκκους απορριμμάτων.

Υστεροκλασικά και ελληνιστικά χρόνια: στο Β' μισό του 4ου αι. π.Χ. έως και τα τέλη 3ου - αρχές 2ου αι. π.Χ. χρονολογείται κτίσμα, στο οποίο αναγνωρίζονται 3 τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις. Οι τοίχοι είναι χτισμένοι από κατεργασμένους και αργούς λίθους και σώζονται σε ύψος όχι μεγαλύτερο των 0.50 μ., ενώ τα δάπεδα ήταν κατασκευασμένα κυρίως από πατημένο χώμα. Σε δύο από αυτά είχαν σφηνωθεί αποθηκευτικοί οξυπύθμενοι αμφορείς, προφανώς για τη συλλογή υγρής ή στερεάς τροφής. Από τα οικοδομικά κατάλοιπα ξεχωρίζει ένα λιθόστρωτο τμήμα εξωτερικού πιθανότατα χώρου, νότια του οποίου εντοπίστηκε πήλινος αγωγός νερού. Ένας μικρός χώρος περίπου 5 τ.μ. με επένδυση υδραυλικού κονιάματος προοριζόταν προφανώς για συλλογή νερού, ως ένα είδος δεξαμενής. Στο νοτιοδυτικό τμήμα του κτίσματος, πάνω στο χωμάτινο δάπεδο βρέθηκαν αρκετά βάρη διαφόρων σχημάτων, γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι εδώ είχε στηθεί αργαλειός.

Η έρευνα τόσο στο κτήριο όσο και στους λάκκους αυτών των περιόδων έφερε στο φως πλήθος θραυσμάτων από χρηστικά αγγεία, όπως αμφορείς, χύτρες, λεκανίδες, πινάκια, αλατιέρες και λύχνους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ενσφράγιστες λαβές αμφορέων με το λογότυπο του κεραμικού εργαστηρίου, ή και ολόκληρο όνομα. Επίσης, συλλεχθηκαν αρκετές πήλινες πυραμοειδείς, αρτόσχημες και δισκιοειδείς αγνύθες, καθώς και τμήματα ειδωλίων του τύπου της ένθρονης καθιστής γυναικείας μορφής του 4ου - 3ου αι. π.Χ. Παρόμοια ειδώλια συναντάμε συχνά σε ιερούς χώρους και τάφους της ίδιας περιόδου. Το τμήμα του οικοδομήματος που διερευνήθηκε στο συγκεκριμένο οικόπεδο βρίσκεται κοντά στο ανατολικό άκρο της αρχαίας πόλης. Κατά το παρελθόν, πολύ κοντά στη συγκεκριμένη περιοχή είχε αποκαλυφθεί τμήμα μεγάλου ελληνιστικού τοίχου με εντοιχισμένους σπόνδυλους από δωρικό αρχαϊκό κίονα, που ίσως οριοθετούσε την πόλη από αυτή την πλευρά. Εξάλλου, σε κοντινή απόσταση ξεκινά και η ανατολική νεκρόπολη της αρχαίας Κυδωνίας.

Πρώιμα κλασικά, αρχαϊκά, γεωμετρικά και μινωικά χρόνια: Την περίοδο των αρχαϊκών-κλασικών και γεωμετρικών χρόνων (6ος - 5ος και 8ος - 7ος αι. π.Χ. ) η θέση αυτή ίσως να χρησιμοποιήθηκε και για την απόρριψη άχρηστων αντικειμένων, καθώς τουλάχιστον οι 10 από τους 24 συνολικά λάκκους του οικοπέδου, περιείχαν τμήματα αγγείων αυτών των εποχών, ενώ δεν εντοπίστηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα. Αρκετά από τα αγγεία συγκολλήθηκαν και συμπληρώθηκαν. Μεταξύ τους ξεχωρίζουν ένας αμφορέας του 5ου αι. π.Χ., ένα γουδί από χονδροειδή κοκκινωπό πηλό του 6ου αι. π.Χ. και ένας αμφοροειδής κρατήρας με ένα μόνωτο σκύφος του 8ου αι. π.Χ.

Τα μινωικά οικιστικά κατάλοιπα και οι 2-3 σύγχρονοι τους λάκκοι αποκαλύφθηκαν αμέσως κάτω από την υστεροκλασική-ελληνιστική δραστηριότητα στο χώρο και διακρίνονται σε 3 φάσεις, που καλύπτουν την περίοδο από την πρωτομινωική ΙΙ έως τη μεσομινωική ΙΑ (περίπου 2600-1900 π.Χ.). Οι θεμελιώσεις των τοίχων αποτελούνται από αργούς λίθους τοποθετημένους απευθείας ή σε σκάμμα στο φυσικό βράχο και η ανωδομή τους δε διασώθηκε σε μεγάλο ύψος (συνήθως 1 ή 2 σειρές λίθων). Τα δάπεδα είναι στρωμένα κυρίως με χτυπητή γη. Εντοπίστηκα δύο μόνο τμήματα πλακόστρωτων δαπέδων, που ανήκουν μάλλον σε εξωτερικούς χώρους. Σε μικρό χώρο στα νοτιοδυτικά του οικήματος πάνω στο χωμάτινο δάπεδο, καθώς και ένας μεγάλος πίθος με ανάγλυφη σχοινοειδή διακόσμηση των μεσομινωικών ΙΑ χρόνων. Ο πίθος αυτός βρέθηκε πεσμένος και σπασμένος σε πολλά κομμάτια, ενώ ίσως στο σημείο αυτό βρισκόταν το μαγειρείο της μινωικής «οικίας». Στα αρχιτεκτονικά λείψανα που δεν διατηρήθηκαν ορατά, εξαιτίας της αποσπασματικότητά τους, περιλαμβάνεται ο βοτσαλόστρωτος μακρόστενος χώρος, τμήμα ενός λιθόστρωτου δρομίσκου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, των μεσομινωικών ΙΑ χρόνων και ο εξωτερικός τοίχος στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου. Ο τελευταίος, μήκους 6.20 μ. και πλάτους 0.60 μ., είχε θεμελιωθεί στα πρωτομινωικά ΙΙ χρόνια σε βαθιά τάφρο στο βράχο, με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση. Αποτελούσε μάλλον το βόρειο όριο οικοδομήματος και είχε επένδυση με κονίαμα στη νότια πλευρά του, όπου προφανώς εκτεινόταν ο εσωτερικό χώρος.

Ανάμεσα στα ευρήματα των μινωικών χρόνων ξεχωρίζουν τμήματα ραμφόστομων πρόχων, αγγείων τύπου egg cup, λεκανών και κυπέλλων, καθώς και συνηθισμένα εργαλεία, όπως λιθινος πέλεκυς και λεπίδες οψιανού. Η συγκεκριμένη ανασκαφή κατέδειξε ότι η μινωική οικιστική εγκατάσταση στην πόλη των Χανίων καταλάμβανε μεγάλη έκταση για τα δεδομένα των χρόνων εκείνων, καθώς ξεκινούσε από το λόφο Καστέλλι, στα βόρεια, κατέληγε στο κέντρο της σημερινής πόλης και απλωνόταν τουλάχιστον μέχρι το οικόπεδο της Συνεταιριστικής Τράπεζας στα ανατολικά της πόλης.

map

Στάση 8: Ανασκαφή "Πάρκου Ειρήνης και Φιλίας"

Διεύθυνση:Συμβολή των οδών Ανδρέα Παπανδρέου και Χαρ. Πλουμιδάκη, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:15'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:Υπαίθριος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση

Σε ανασκαφές για λόγους διαμόρφωσης του στρατοπέδου Ζομπανάκη σε πάρκο, αρχικά εντοπίσθηκε υπόγειος λαξευτός τάφος, ενώ στη συνέχεια αποκαλύφθηκε τμήμα της νεκρόπολης της αρχαίας Κυδωνίας στο ΒΔ τμήμα του πάρκου. Συνολικά ανασκάφηκαν 35 τάφοι διαφόρων τύπων και εποχών και ένας λάκκος απορριμμάτων της πρωτομινωικής περιόδου. Στους αρχαιότερους τάφους συγκαταλέγονται ένας υστερομινωικός θαλαμοειδής και ένας υστερογεωμετρικός τάφος. Οι υπόλοιποι χρονολογούνται κυρίως στην υστεροκλασική περίοδο και τα πρώτα ελληνιστικά χρόνια (τέλη 4ου αι. π.Χ.) και συλήθηκαν κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, εποχή στην οποία κατασκευάστηκε ανάμεσα τους μόνον ένας θαλαμωτός τάφος που βρέθηκε ασύλητος. Παρά τη σύληση των παλαιότερων, διασώθηκαν πήλινα αγγεία (λύχνοι, όλπες, μυροδοχεία), νομίσματα, ειδώλια, κομμάτια από επιχρυσωμένα φύλλα στεφανιού και κομμάτια από σιδερένιες στλεγγίδες, όλα του 4ου αι. π.Χ. Ορατοί και επισκέψιμοι διατηρούνται σήμερα ο ρωμαϊκός θαλαμωτός τάφος και τρεις κιβωτιόσχημοι μετακινημένοι από την αρχική τους θέση.

Στο θαλαμωτό τάφο οδηγεί μικρός κατωφερής δρόμος διεύθυνσης Α-Δ (μήκος 1.90 μ., πλάτος 0.90 μ. και βάθος μπροστά στην είσοδο 1.37 μ.) με δύο λαξευμένα σκαλοπάτια, η είσοδος του οποίου βρέθηκε κλεισμένη με λίθινη πόρτα από ψαμμίτη. Εσωτερικά ο θάλαμος είναι τετράπλευρος με καμαρωτή οροφή (διαστάσεις 2.30x2.60 μ.). Περίπου στο κέντρο του θαλάμου έχει λαξευτεί ορθογώνιος λάκκος, για να προσθέτει ύψος και να εξυπηρετεί τη χρήση του από τους ζωντανούς. Οι νεκροί ήταν θαμμένοι στο δάπεδο του θαλάμου με το κεφάλι προς Α. Τα κτερίσματα βρέθηκαν τοποθετημένα κοντά στις σορούς και ορισμένα σε λόγχες λαξευμένες στα τοιχώματα του θαλάμου. Ο τάφος περιείχε έξι έως και επτά ταφές, από τις οποίες οι δύο ήταν παιδικές - ένδειξη παιδικής θνησιμότητας. Το σύνολο των ευρημάτων ήταν 18 γυάλινα αγγεία (μυροδοχεία, μικρές οινοχόες, φλασκιά, ένα πτηνόμορφο κ.α), 3 πήλινα αγγεία (μεταξύ των οποίων ένα μικρός αμφορέας κρητικού τύπου με αγκύλες λαβές, 9 λύχνοι (οι πλείστοι κορινθιακοί), 2 χάλκινα, εντελώς φθαρμένα νομίσματα και χρονολογούνται από την αρχή του 2ου αι. και έως τις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., εποχή που φαίνεται ότι εγκαταλείπεται και το νεκροταφείο. Συχνότερη φαίνεται η χρήση του τάφου γύρω στα μέσα του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα. Κεντρικό ταφικό έθιμο είναι η ταφή και όχι η καύση, αφού κανένα τροφοδόχο αγγείο δεν βρέθηκε στο εσωτερικό.

Όπως συνέβαινε σε όλες τις εποχές της αρχαιότητας με του θαλαμωτούς τάφους, ο ρωμαϊκός τάφος του Πάρκου Ειρήνης και Φιλίας ήταν οικογενειακός και χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο από ένα αιώνα. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του είναι πολύ κοινός στην Κρήτη, όπου βέβαια υπάρχει μια ισχυρή ντόπια παράδοση με τους μινωικούς θαλαμοειδείς τάφους. Την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τα υπόγεια ταφικά μνημεία, απλά ή περισσότερο σύνθετα, με loculos ή αρκοσόλια ή και χωρίς αυτά, συνηθέστατα όμως με κόγχες στα πλευρικά τοιχώματα για την τοποθέτηση λύχνων ή άλλων κτερισμάτων, βρίσκονται διεσπαρμένα ιδιαίτερα στην ανατολική μεσογειακή λεκάνη και τη βόρεια Αφρική.

Παράλληλα του απλού τύπου υπάρχουν και στην υπόλοιπη Κρήτη κυρίως στα Μάταλα και την Κνωσό, ενίοτε με loculos εκεί. Στα Χανιά έχουν βρεθεί παρόμοιοι τάφοι αλλά ο αριθμός τους παραμένει μικρός για μια πόλη ανθούσα την εποχή αυτή. Όπως διαπιστώθηκε όμως στις νεώτερες έρευνες, κατά την εποχή της ρωμαιοκρατίας υπήρξε εκτεταμένη επανάχρηση ελληνιστικών λαξευτών μνημείων αλλά και κιβωτιόσχημων τάφων. Το έθιμο της οικογενειακής χρήσης του τάφου, το μέγεθος και η αφθονία των κτερισμάτων, από τα οποία απουσιάζουν τα πολύτιμα υλικά (χρυσός και άργυρος), υποδεικνύουν τη μεσαία κοινωνική τάξη.

map

Στάση 9: Ανασκαφή "Εμμ. Μαθιουλάκη"

Διεύθυνση:Οδός Γ. Χατζηδάκη 31
Χρόνος Περιήγησης:20'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:08:30 - 15:00 (κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία μας)

Ένα πολύ σημαντικό ελληνιστικό λαξευτό ταφικό μνημείο ήρθε για πρώτη φορά στο φως, ασύλητο, κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης νέας οικίας ιδιοκτησίας Μαθιουλάκη, το 1981. Χρονολογείται στα τέλη 4ου – μέσα 3ου αι. π.Χ.

Ο τάφος είναι υπόγειος και η πρόσβαση σ’ αυτόν γίνεται με κατηφορικό δρόμο μήκους 5.80μ. και πλάτους 1.00μ. με λαξευτή κλίμακα από 15 προχειροφτιαγμένα σκαλοπάτια. Η είσοδος είναι από τα δυτικά και η διεύθυνση Α-Δ. Η θύρα του τάφου, ύψους 1.20μ. βρέθηκε κλεισμένη με λίθινη πλάκα και απαραβίαστη. Στο εσωτερικό υπάρχει μακρόστενος διάδρομος-προθάλαμος 5.80 x 1.90μ. και ύψους 2.00μ. κατά την ίδια διεύθυνση, με θολωτή οροφή, επιχρισμένος με χοντρό και λεπτότερο κονίαμα, ενώ για δάπεδο έχει εξομαλυνθεί ο ίδιος ο φυσικός βράχος. Εδώ υπήρχαν προσφορές, αγγεία αλλά και τροφές (αυγά, ξηροί καρποί κ.α.). Στις πλευρές του διαδρόμου και κάθετα στον κατά μήκος άξονά του, διανοίγονται συμμετρικά εννέα ταφικοί θάλαμοι (loculi), τέσσερις σε κάθε μακρά πλευρά και ένας στη στενή, απέναντι από την είσοδο. Οι loculi, επιμήκεις τετράπλευροι θάλαμοι με καμαρωτή ή σαμαρωτή οροφή στο ανθρώπινο ύψος, έχουν παραλληλόγραμμο λάκκο ενταφιασμού βαθύτερο από το δάπεδο του διαδρόμου, με περιμετρικό θρανίο επί του οποίου μερικές φορές τοποθετούνταν κτερίσματα. Είναι επίσης επιχρισμένοι εσωτερικά με κονίαμα – εκτός από έναν με τραχιά τοιχώματα ο οποίος έφερε επιπροσθέτως καλυπτήριες πλάκες που πατούσαν στο περιμετρικό θρανίο. Οι είσοδοι των θαλάμων έχουν περιθυρώματα από πελεκητό ψαμμίτη και βρέθηκαν κλεισμένες με λίθινες πλάκες-θύρες, σφραγισμένες με κονίαμα, εκτός από μια που ήταν σφραγισμένη με πηλό. Για την ταύτιση των θυρών έχουν χρησιμοποιηθεί γράμματα της αλφαβήτου ως τεκτονικά σημεία ενώ μια κόκκινη κατακόρυφη γραμμή (σημεία) σημαδεύει το κέντρο κάθε πόρτας.

Πάνω από κάθε είσοδο, υπάρχουν χειρόγραφες επιγραφές γραπτές με κάρβουνο ή εγχάρακτες πάνω στο κονίαμα με τα ονόματα ενός ή περισσοτέρων νεκρών. Οι εγχάρακτες είναι δύο και ανήκουν στους νεκρούς που τάφηκαν πρώτοι στο οικογενειακό μαυσωλείο-προφανώς χαράκτηκαν όταν το κονίαμα ήταν ακόμη νωπό. Σύμφωνα με τα ονόματα οι νεκροί που τάφηκαν είναι δεκατέσσερις. Κατά την ανασκαφή διαπιστώθηκε ο ενταφιασμός μιας επιπλέον νεκρής, της οποίας το όνομα δεν απαθανατίστηκε και η οποία πιθανότατα προϋπήρχε θαμμένη στον αμελέστερο ταφικό θάλαμο, πριν εισαχθούν τα επιχρίσματα. Από το σύνολο των 15 νεκρών οι 7 ήταν γυναίκες και 3 παιδιά.

Με βάση τα πατρώνυμα εμφανίζονται πέντε οικογένειες, προφανώς με κοινή απώτερη καταγωγή, με προγόνους τον Τιμασίθειο, τον Ευρύτιμο, τον Σωσικλή, τον Παγκλή και τον Σώμβροτο, ενώ τα ονόματα Αχαιάδας και Δρομεύς εμφανίζονται σε διαδοχικές γενιές. Μια από τις γυναίκες η Σωσίμα, πέθανε λεχώνα και χρυσοστολίστηκε. Δεν γνωρίζουμε για την τύχη του μωρού, ίσως επέζησε, ίσως, αν πέθανε νεογέννητο, τάφηκε με τα μη μέλη της κοινωνίας έξω από την πόλη, κατά τις αντιλήψεις της εποχής. Αντίθετα σε άλλο ταφικό θάλαμο υπάρχει το όνομα μητέρας χαραγμένο (Νικιώ) και μαζί της αργότερα τάφηκε η μικρή Ξηνώ. Τα ονόματα είναι όλα κρητικά και αποτελούν μια ενδιαφέρουσα προσωπογραφία της αρχαίας Κυδωνίας. Δύο ανδρικές επωνυμίες αρειοφάτας και ορειφάτας ίσως υποδηλώνουν πολεμιστές, όπως και τα σιδερένια φάλαρα, που βρέθηκαν μόνο στον τάφο των Αχαιαδών. Όλες οι ταφές είχαν κτερίσματα σύμφωνα με τα ταφικά έθιμα της εποχής: πήλινα αγγεία, λύχνους, αλάβαστρα από αλάβαστρο και από γυαλί με τη μέθοδο του πυρήνα, χρυσά χαρώνεια, κάτοπτρα σε ψάθινες θήκες, οστέινα χτένια, επίχρυσα πήλινα και χρυσά κοσμήματα, στλεγγίδες, παιχνίδια κ.α. Ανάμεσα στα κτερίσματα ξεχωρίζουν 21 πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν κυρίως στις γυναικείες και παιδικές ταφές. Ανήκουν σε διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους. Τα περισσότερα ντόπιας κατασκευής, από κοκκινωπό πηλό. Από αυτά τέσσερα γυναικεία ειδώλια κατασκευασμένα από φίνο, λευκό πηλό, με ζωηρά χρώματα και επιχρυσωμένα κοσμήματα, εμφανώς διαφορετικού εργαστηρίου, θεωρήθηκαν εισηγμένα από την Αλεξάνδρεια. Η χημική ανάλυση των χρωμάτων που πραγματοποιήθηκε από εργαστήρια του Πολυτεχνείου Κρήτης και ο εντοπισμός αιγυπτιακής κιννάβαρης, αποδεικνύουν την αλεξανδρινή τους προέλευση. Το στεφανωμένο κεφάλι της λεγόμενης «ωραίας» με τα επίχρυσα κοσμήματα που συνόδευε τη λεχώ Σωσίμα έγινε πλέον αγαπητό θέμα προβολής και διαφήμισης.

Ο τάφος ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του “loculus tomb”. Κατά την επικρατέστερη άποψη ο τύπος έλκει την καταγωγή του από τη Φοινίκη αλλά υιοθετείται από τους Έλληνες της Αιγύπτου και είναι σε χρήση σ’ όλη την Πτολεμαϊκή περίοδο. Οι Έλληνες προσθέτουν καθαρά ελληνικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, γείσα, περιθυρώματα, νεκρικές κλίνες, ελληνική ζωγραφική και γράφουν πάνω στο κονίαμα με το οποίο επιχρίουν το λαξευτό βράχο, τα ονόματα των νεκρών τους. Τέτοιες νεκροπόλεις είναι του Chatby, της Φαγιούμ, της Χάντρα, του Μουσταφά Πασά, του Μαφρουζά κλπ. Οι loculi θεωρείται ότι αντιπροσώπευαν τη μεσαία κοινωνική τάξη της Αιγύπτου ενώ οι τάφοι με νεκρικές κλίνες την ανώτερη. Η διάδοση αυτής της ταφικής αρχιτεκτονικής εκτός Αλεξάνδρειας, παρατηρείται σε περιοχές επιρροής των Πτολεμαίων (Κύπρος, Κυρηναϊκή κλπ). Στην Κρήτη, αν και η εγκατάσταση πτολεμαϊκης φρουράς γίνεται στην ανατολική πλευρά, ο ταφικός αυτός τύπος, με τα μέχρι τώρα δεδομένα, επιχωριάζει στη δυτική Κρήτη.

map photo photo

Τερματισμός: Ανασκαφή "Ν. περιβόλου του ναού των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου"

Διεύθυνση:Οδός Ηγουμ. Γαβριήλ 69-71, Χανιά
Χρόνος Περιήγησης:10'
Κόστος Περιήγησης:Ελεύθερη είσοδος
Ώρες Λειτουργίας:08:30-15:00 (ορατό από το δρόμο)

Ορατός διατηρείται ο πιο καλοδιατηρημένος τάφος ομάδας τριών υπόγειων θαλαμωτών, λαξευμένων στο φυσικό βράχο ταφών που ανασκάφηκαν τα έτη 1990 και 1991, κατά τις εργασίες κατασκευής του νότιου περιβόλου της εκκλησίας. Εντάσσεται στη σημαντικότερη ομάδα τάφων προϊστορικών χρόνων της νεκρόπολης της Κυδωνίας. Οι τάφοι ήταν λαξευμένοι στον πρόσφορο φυσικό βράχο της θέσης αυτή, που από τα τέλη του 19ου αι. ως τα μέσα του 20ου ήταν γνωστή ως «αγρόκτημα Μαζαλή». Στο χαμηλό αυτό λόφο, ανασκάφηκαν τουλάχιστον δεκατέσσερις τάφοι υστερομινωικών χρόνων.

Ο δρόμος του παρόντος τάφου είναι έντονα κατηφορικός με μήκος 7 μ., μεγ. πλάτος 1.55 μ. και βάθος μπροστά στην είσοδο 3.05 μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Ο θάλαμός του είναι ακανόνιστα κυκλικός, με διάμετρο περίπου 3,10 μ., ύψος 2.0 μ. και δύο χαμηλά θρανία λαξευμένα στο βράχο της βόρειας και νότιας πλευράς. Είχε είσοδο από ανατολικά, που έκλεινε με ξερολιθιά η οποία είχε παραβιαστεί. Φιλοξένησε δύο ταφές που βρέθηκαν στη θέση τους στο κεντρικό του τμήμα σε ύπτια θέση, με τα κρανία προς την είσοδο. Η μια ταφή συνοδευόταν από οκτώ πήλινα αγγεία διαφόρων σχημάτων (δακτυλιόσχημο αγγείο, δύο κύπελλα με προχοή και τέσσερα μικρογραφικά αγγεία). Τα κτερίσματα της δεύτερης ταφής, επίσης οκτώ αγγεία (τρεις τρίωτοι στάμνοι, θήλαστρο, κύπελλο με προχοή, μόνωτο κύπελλο, μικρογραφίες φευδόστουμου και τρίωτου αμφορίσκου), καθώς και χάλκινη λεπίδα μαχαιριού, βρέθηκαν τοποθετημένα πάνω στο νότιο θρανίο, ενώ ένας ακόμη ψευδόστομος βρέθηκε πίσω από την κεφαλή του νεκρού αυτού. Τα οστά των νεκρών είχαν εντελώς αποσαθρωθεί από την υγρασία. Οι ταφές χρονολογούνται στην ΥΜ ΙΙΙΑ-2-Β1 περίοδο (1375-1250 π.Χ.).

map
digital plan
espa
eu